it’s a dark dream world.

Dark dream world
All alone
Shadows movin’
Shadows have long gone by
Shadows have long gone by
Dark night of the soul

Our souls
Time slippin’ by
I call out your pain
All alone
Shadows movin’
Shadows movin’
Shadows have long gone by
Dark night of the soul

If you had only liked my face
Where are you baby
Where are you baby
Dark dream world
Shadows have long gone by
Dark night of the soul

Distant bell ringing
But steps echo
No one on these streets
Callin’ out your name
It’s a dream world
Dark dream world
Dark night of the soul

Advertisements

boatload of awsome.

φωτίζεις το σκοτάδι. και βλέπω.
φωτίζεις στο σκοτάδι. και σε βλέπω.
ενωνόμαστε.
δυο ψυχές, δυο σώματα που πετούν πάνω από την πόλη.
και φεύγουν μακριά.

οι νότες μας δίνουν συντροφιά.
μας ζεσταίνουν πάνω στα σεντόνια που καίγονται.

μαζί θα διώξουμε τον πόνο.
την αμφιβολία.
την πτώση.
την ασχήμια.
το τέλος.

άπλωσε το χέρι σου και πάμε.
τίποτα δεν μας κρατά πια στο έδαφος.


Συνέχεια

your worst is the best.

So arrogant
Your worst is the best
It’s so easy
To make a fucked-up mistake
And walk away
Just like it was
Or move away
Miles between us

If i ever forget
It was never so perfect
Such a boring story told
You make me feel so old
But confident

So arrogant
Your worst is the best
It’s so easy
To make a fucked-up mistake
And walk away
Just like it was
Or move away
Miles between us

if I fall into the drink, I will say your name, before I sink.

Yo ho! The distant shore!
Yo ho! The distant shore!
Oceans never listen to us anyway,
Oceans never listen to us anyway.
And if I fall into the drink,
I will say your name, before I sink.

He says your name out loud;
At miniature rooms where no one’s found;
It’s a desperate sound.
Yo ho! The distant shore!
He stands his feet down
You hear his knuckles on your door.
He wants to send you drawings
Drawings of men with faithful hands
They will make such good boyfriends
He wants to tell you stories
Stories of boys who stomped their feet saying,
“Shut – shut up I am dreaming of places
Where lovers have wings.”

“I’ll meet you where the river forks;
When everyone else is dead
You’ll be safe on the water
We’ll be much younger, and we remember.
Yo ho! The distant shore!
I send my feet down—
Down do you hear knuckles
On your door. Do you understand
What I’m finding for? Oh,
Oceans never listen to us anyway.
Oceans never listen to us anyway.
And if I fall into the drink,
I will say your name, before I sink.
Oceans never listen to us anyway.

I’m afraid of the water;
I’m afraid of the sky.
I’m tired of waiting.
Oceans never listen to us anyway,
Oceans never listen to us anyway.
And if I fall into the drink,
I will say your name, before I sink.
So… don’t make a sound.
Don’t make a sound.

στο διάστημα.

επιπλέουμε σαν σύννεφα στο ουρανό.
στον ορίζοντα μας.
στο κενό τραγουδάς και σε ακούω.
μόνο εγώ.

πετάμε?
πώς με έκανες να βγάλω φτερά?
πότε ήρθες?

σε είδα καθώς κατέβαινα από το μπλε λεωφορείο. και με αγκάλιασες.

οι πλανήτες έγιναν χρώματα.
οι αστεροειδές γίνανε τα οχήματα μας.
το σύμπαν δεν μας χωράει πια.
το χάος μπαίνει σε τάξη και η αταξία μπορεί πια να ξεκουραστεί.

μη φοβάσαι.
μην σκέφτεσαι.
μην.
απλά…

αναπνοές.
βγαίνουμε από τη ροή της λάβας και χορεύουμε.
καιγόμαστε σαν ηφαίστειο που είχε χρόνια να εκραγεί και ουρλιάζουμε δυνατά.
είσαι εκεί [ήσουν και πριν, παραδέξου το], είσαι και με κοιτάς.
χαμογελάς.

ωωω, κι αυτές οι νότες..
δεν παύουν να μου δίνουν ευτυχία.

στα μάτια σου.
στο φως.
στο σήμερα.
στο αύριο.
στο όλο.

Σαν έτοιμος από καιρό.

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές —
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.