I’m gonna make her…shh.

ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ!

Come on, dad, gimme the car tonight
Come on, dad, gimme the car tonight
I got this girl, I wanna…
Come on, dad, gimme the car

Come on, dad, gimme the car tonight
I tell’ya what I’m gonna do
I’m gonna pick her up
I’m gonna get her drunk
i’m gonna make her cry
I’m gonna get her high
I’m gonna make her laugh
I’m gonna make her… shh…

Woman, woman, woman
I know she’s it
‘Cause I’m gonna touch her all over her body
Gonna touch her all over her body
Gonna touch her all over her body
Gonna touch her all over her body
And she can touch me all over my body
She can touch me all over my body
She can touch me all over my body
She can touch me all over my body

Time goes by, I can feel myself growing old
Burning inside, it’s making this boy turn out cold

What’s wrong, what’s right, I don’t care when I hate my life
What’s wrong, what’s right, you know, people don’t care when they hate their life
But how can I explain personal pain, how can I explain personal pain
How can I explain my voice is in vain, how can I explain the deep down
Driving, driving, driving, we’re driving, we’re driving, we’re driving…

Hey, dad, speaking of driving…
Come on, dad, gimme the car tonight
So much he don’t understand
Just might never make it to a man

Come on, dad, gimme the car
Come on, dad, I ain’t no runt…
Come on, girl, gimme your…

‘Cause I ain’t had much to live for
I ain’t had much to live for
You know I ain’t had much to live for
You know I ain’t had much to live for

Violent Femmes

Advertisements

happy we are.

Listen to the original song here, since it is not up on YouTube yet.

Smells like Happiness – Hidden Cameras

Happy we are when we choose to wear the blindfold
And mark our own day with a parade and a song

In our minds our fathers have died and we realize that cities have clubs and we like
to get drunk and high from the smells we inhale from dirty wells and the mouth of a
boy who smokes cigarettes

Happiness has a smell I inhale like a drug done in a darkened hall or a bathroom
stall with a friend or a man with a hard-on
I feed my own face when I soon crave a taste of the neck of a boy who wears eau
de toilette and shaves every day and behaves well in department stores

As well, it is the smell of old cum on the rug men walk their dirty feet on and the
sweat from the chest of a man in a leather uniform
Happy are we when we choose to wear the blindfold and mark our own place with
the smell of our own

The+Hidden+Cameras+do+i+belong

Nevermore.

nevermore

Απόσπασμα από τις 6 διαλέξεις του γλωσσολόγου Roman Jakobson σχετικά με τον Ήχο και το Νόημα.
Η μετάφραση είναι δική μου, συγχωρέστε όποιο σφάλμα στη γλωσσολογική ορολογία.
Σκέψεις γύρω από το ‘Κοράκι’ του Πόε:

«Είμαι σίγουρος ότι ξέρετε το διάσημο ποίημα του Edgar Allan Poe,το Κοράκι, που περιέχει το μελαγχολικό ρεφραίν, ‘Nevermore’.
Αυτή είναι η μόνη λέξη που προφέρει ο δυσοίωνος επισκέπτης, και ο ποιητής δίνει έμφαση στο «ό,τι προφέρει, είναι το μοναδικό του απόθεμα».
Αυτός ο όρος που μετρά σε όχι παραπάνω από λίγους ήχους, είναι παρ’όλ’ αυτά πλούσιος σε σημαντικό (semantic) περιεχόμενο.
Ανακοινώνει άρνηση, άρνηση για το μέλλον, άρνηση για πάντα.
Αυτό το προφητικό ρεφραίν είναι φτιαγμένο από επτά ήχους- επτά, επειδή ο Πόε επιμένει να συμπεριλαμβάνει το τελικό ‘r’, το οποίο θεωρεί ως το πιο «δυνάμενο να παραχθεί σύμφωνο» (producible consonant).
Έχει τη δυνατότητα να μας μεταφέρει στο μέλλον, ή και ακόμα στην αιωνιότητα.
Όμως, παρ’ όλο τον πλούτο που συγκαλύπτει, είναι ακόμα πιο πλούσιο σε αυτό που κρύβει, με τον πλούτο των εικονικών δευτερευούσων σημασιών που περιέχει, που μας παρατίθενται είτε από τα συμφραζόμενα είτε από την καθολική αφηγηματική κατάσταση.
Αποκομμένο από συγκεκριμένα συμφραζόμενα, μπορεί να αποκτήσει αόριστο εύρος από νοήματα.
‘I betook myself to linking/ fancy unto fancy,’ μας λέει ο ποιητής, ‘thinking what this ominous bird of yore -/ What this grim, ungainly, ghastly, gaunt,
and ominous bird of yore/ Meant in croaking «Nevermore»./ This I sat engaged in guessing …This and more I sat divining… .’
Δεδομένου του γενικού πλαισίου του διαλόγου, το ρεφραίν μεταφέρει μια σειρά από πολλά διαφορετικά νοήματα: Δε θα την ξεχάσεις (εννοώντας την Λενόρ), Δε θα ξανααποκτήσεις γαλήνη στο νου, Δε θα την αγκαλιάσεις ποτέ ξανά (την Λενόρ), Δε θα σε αφήσω ποτέ (you will never forget her, you will never regain peace of mind, you will never again embrace her, I will never leave you!)
Επιπλέον, η ίδια λέξη μπορεί να λειτουργήσει και σαν κύριο όνομα, το συμβολικό όνομα που θεσμοθετεί ο ποιητής στον βραδινό του επισκέπτη.

Εν τούτοις, η αξία αυτής της έκφρασης δεν αντιπροσωπεύεται μόνο από τη σημαντική (semantic) του αξία, στενά ορισμένη, π.χ. το γενικό νόημα συν τα ενδεχόμενα συναφή μηνύματα.
Ο ίδιος ο Πόε μας λέει ότι η πιθανή ονοματοποιημένη (onomatopoeic) ποιότητα των ήχων της λέξης nevermore, είναι αυτή που τον ώθησε στη σχέση μεταξύ του Κορακιού, και που του έδωσε την έμπνευση για όλο το ποίημα.
Επίσης, ενώ ο ποιητής δεν έχει καμιά πρόθεση να εξασθενίσει την ομοιότητα, την μονοτονία του ρεφραίν, και ενώ επανειλημμένα το εισάγει με τον ίδιο τρόπο (‘Quoth the raven, «Nevermore» ‘), είναι μολαταύτα σίγουρο ότι οι φωνητικές του ποιότητες (Phonic qualities) -όπως η διαμόρφωση του τόνου, έμφασης και ρυθμού (modulation of tone,stress,cadence), η λεπτομερής άρθρωση των ήχων και των ηχητικών ομάδων- είναι που επιτρέπουν την υποβλητική αξία της λέξης ώστε να ποικίλλει ποσοτικά και ποιοτικά, με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Η άρθρωση του ρεφραίν του Πόε, περιλαμβάνει μόνο ένα μικρό αριθμό από αρθρωτικές κινήσεις- ή για να το θέσουμε από την ακουστική (acoustic) πλευρά του λόγου παρά από την κινητηριακή (motor), μόνο ένας μικρός αριθμός από δονητικές κινήσεις (vibratory motions) είναι απαραίτητος για να γίνει ακουστή η λέξη nevermore.
Εν ολίγοις, μόνο ελάχιστα φωνικά μέσα χρειάζονται για να εκφραστεί και να επικοινωνηθεί ένα πλούσιο εννοιολογικά, συγκινησιακά και αισθητικά περιεχόμενο.
Τώρα, ερχόμαστε άμεσα αντιμέτωποι με το μυστήριο της ιδέας που ενσωματώνεται σε φωνική ύλη (phonic matter), το μυστήριο της λέξης, το γλωσσικό σύμβολο, τον Λόγο – ένα μυστήριο που απαιτεί την αποσαφήνιση.»

Η συνέχεια στο βιβλίο του Roman Jakobson : Six Lectures on Sound and Meaning. (στο link περιλαμβάνεται δωρεάν download του βιβλίου)

Ακολουθεί η εκπληκτική απαγγελία του ποίηματος από τον Vincent Price.
Στο τέλος περιέχεται η ελληνική μετάφραση του ποιήματος, καθώς και η Β-movie ταινία «The Raven», με πρωταγωνιστή τον Vincent Price.

Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`’Tis some visitor,’ I muttered, `tapping at my chamber door –
Only this, and nothing more.’

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; – vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow – sorrow for the lost Lenore –
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore –
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me – filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`’Tis some visitor entreating entrance at my chamber door –
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; –
This it is, and nothing more,’

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,’ said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you’ – here I opened wide the door; –
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!’
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!’
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,’ said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore –
Let my heart be still a moment and this mystery explore; –
‘Tis the wind and nothing more!’

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door –
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door –
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,’ I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore –
Tell me what thy lordly name is on the Night’s Plutonian shore!’
Quoth the raven, `Nevermore.’

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning – little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door –
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.’

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered – not a feather then he fluttered –
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before –
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.’
Then the bird said, `Nevermore.’

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,’ said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore –
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of «Never-nevermore.»‘

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore –
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.’

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom’s core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion’s velvet lining that the lamp-light gloated o’er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o’er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,’ I cried, `thy God hath lent thee – by these angels he has sent thee
Respite – respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!’
Quoth the raven, `Nevermore.’

`Prophet!’ said I, `thing of evil! – prophet still, if bird or devil! –
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted –
On this home by horror haunted – tell me truly, I implore –
Is there – is there balm in Gilead? – tell me – tell me, I implore!’
Quoth the raven, `Nevermore.’

`Prophet!’ said I, `thing of evil! – prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us – by that God we both adore –
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore –
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?’
Quoth the raven, `Nevermore.’

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!’ I shrieked upstarting –
`Get thee back into the tempest and the Night’s Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! – quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!’
Quoth the raven, `Nevermore.’

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon’s that is dreaming,
And the lamp-light o’er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted – nevermore!

ελληνική μετάφραση του Ηλία Πολυχρονάκη:
Συνέχεια

Django. The D is silent.

ost

Listen to the whole OST here.

Felt like the weight of the world was on my shoulders
But should I break or retreat and then return
Facing the fear that the truth, I discover
No telling how, all these will work out
But I’ve come to far to go back now

I am looking for freedom
looking for freedom
And to find it cost me everything I have
Well I am looking for freedom
looking for freedom
And to find it, may take everything I have

I know all too well it don’t come easy
the chains of the world they seem to moving tight
I try to walk around if I’m stumbling so come here
tryin to get up but the doubt is so strong
there’s gotta be a winning in my bones

I’m looking for freedom,
looking for freedom
and to find it, cost me everything I have
Well I’m looking for freedom,
I’m looking for freedom
And to find it, may take everything I have

Oh not giving up there’s always been hard, so hard
but if I do the thanks lase the way I won’t get far

Mhm, life hasn’t been very kind to me lately (well)
but I suppose it’s a push from moving on (oh yeah)
in time the sun’s gonna shine on me nicely (on me yeah)
sudden tells me ’cause things are coming
and I ain’t gonna not believe

I’m looking for freedom,
looking for freedom
and to find it, cost me everything I have
Well I’m looking for freedom,
I’m looking for freedom
And to find it, may take everything I have

tumblr_mihyovriWj1r6t86xo1_500

Δυο δυο πέρασαν πέρασαν, νά’τα δυο κορίτσια.

Τα «Κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δύο» κόπηκαν επίσης απ’ τη λογοκρισία. Ο Πατσιφάς δεν ήξερε τι να μου πει γιατί και εκείνος παραξενεύτηκε και μου έκλεισε ένα ραντεβού με τον λογοκριτή. Ήταν ένας υφυπουργός στην Προεδρία, μπαίνω μέσα του λέω «Τι έγινε;». «Τι βλέπω εδώ, κύριε Σαββόπουλε; Άσμα «Tα κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δύο» και στίχος «τη μαμά τους τη ρωτάνε κάθε μήνα μια φορά«». «Ναι, και λοιπόν;». «Τι και λοιπόν; Θίγετε ένα θέμα λεπτό, γυναικολογικής φύσεως». «Ναι, αλλά με τρυφερότητα, λυρισμό και με ταλέντο αν έχετε υπ’ όψιν σας». «Έτσι λέτε εσείς, το άσμα απορρίπτεται, πηγαίνετε». «Να πηγαίνω, αλλά δεν είστε μάνα και δεν μπορείτε να καταλάβετε», λέω. Γι’ αυτό και άλλαξε, για να περάσει. Έχει φύγει το «κάθε μήνα μία φορά» και τη μαμά τους τη ρωτάνε «κάθε τόσο μία φορά».

Δυο δυο πέρασαν πέρασαν, νά’τα δυο κορίτσια
Όλο ντρέπονται ντρέπονται, όλο τα κορίτσια

Τα κορίτσια τα κορίτσια δύο δύο βιαστικά
Στρίβουν από τη γωνία για να μπουν στο σινεμά
Στέκουν πίσω από το τζάμι και ζητάνε παγωτό
Τα κορίτσια που ‘χουν γίνει δεκατέσσερα χρονώ

Σε λευκώματα όμορφα γράφουν τα κορίτσια
Πριν πλαγιάσουνε κλείνουν κλειδώνουν τα κορίτσια

Στον καθρέφτη στον καθρέφτη κάθε βράδυ στα κρυφά
Βλέπουνε να μεγαλώνουν μ’ έναν φόβο στην καρδιά
Τη μαμά τους τη ρωτάνε κάθε τόσο μια φορά
Τα κορίτσια που γυρνάνε δύο δύο βιαστικά

Περιμένουνε στη στάση σαν σχολάνε απ’ τ’ αγγλικά
Το συμμαθητή τους που μοιάζει σε κάποιο γόη του σινεμά

Πόσο όμορφα όμορφα βλέπεις τα κορίτσια
Πόσο άτυχα άτυχα βλέπεις τα κορίτσια

Την ασχήμια των γονιών τους θα πληρώσουνε σκληρά
Κάποια μέρα σα χαμένα θα σταθούν στην εκκλησιά
Η μαμά τους θα δακρύζει συγγενείς πεθερικά
Τα κορίτσια τα καημένα κι ούτε λέξη πια γι’ αυτά

Thumb11912

Yearning from wanting you.

These arms of mine
They are lonely
Lonely and feeling blue
These arms of mine
They are yearning
Yearning from wanting you

And if you
Would let them
Hold you Oh how grateful I will be

These arms of mine
They are burning
Burning from wanting you
These arms of mine
They are wanting
Wanting to hold you

And if you
Would let them hold you
Ohh how grateful I will be

Come on, come on baby
Just be my little woman (yeah)
Just be my lover I need somebody,
(Somebody) To treat me right
(Ohh) I need your warm loving arms to hold me tight
And I need you tender lips too
Hold me, hold me

otis redding