Salad days are gone.

γιατί μόνο ένα τραγούδι δεν αρκεί. όλος ο δίσκος διαμάντι.

αλλά θα σταθώ στο 1ο τραγούδι που ονοματίζει και όλο τον δίσκο.

Αφιερωμένο σε όσους γέρασαν πριν την ώρα τους.

As I’m getting older, chip up on my shoulder
Rolling through life, to roll over and die

Missing hippy Jon, salad days are gone
Remembering things just to tell ‘em so long

Oh mama, actin’ like my life’s already over
Oh dear, act your age and try another year

Always feeling tired, smiling when required
Write another year off and kindly resign

Salad days are gone, missing hippy Jon
Remember the days just to tell ‘em so long

Oh mama, actin’ like my life’s already over
Oh dear, act your age and try another year

9eac95c5

Advertisements

Σκέψεις γύρω από τον Λάκη Λαζόπουλο, τον Schaeuble και μια καρέκλα.

 

minimalizm-vopros-fon 2

Προκαταβολικά θα πω ότι δεν ξέρω γιατί γράφω το άρθρο, μιας και με όλες τις αντιδράσεις που βλέπω έχω γεμίσει τρομερή απαισιοδοξία για όλο αυτό που συμβαίνει. Πάντως δεν δηλώνω υπέρμαχος του Λαζόπουλου ή οτιδήποτε άλλο σχετικό. Απλά θέλω να σχολιάσω μόνο την ερμηνεία της φράσης του Λαζόπουλου από τα social media, τίποτα παραπάνω.Για να μην παρεξηγηθώ. Ούτε εγώ μπορώ να ξέρω 100% τι εννοούσε, αλλά θέλω να καυτηρίασω το γεγονός ότι βγαίνει τόσο γρήγορα και τελεσίδικα το συμπέρασμα του ρατσισμού και του ανήθικου σχολίου προς έναν ανάπηρο άνθρωπο σαν την μόνη ερμηνεία στην φράση του Λάκη Λαζόπουλου.

Στο προκείμενο:
Υπάρχει ένας σάλος γύρω από τη δήλωση του Λάκη Λαζόπουλου πού όταν αναφέρθηκε στον Σόιμπλε χτες είπε το εξής :
«Ο Σόιμπλε έχει δύο εμμονές. Όσο και αν φανεί σκληρό αυτό που θα πω, όταν ένας άνθρωπος είναι καθηλωμένος σε μία καρέκλα, σιγά-σιγά το μυαλό του καθηλώνεται σε μια ιδέα, εγώ το λέω παράνοια, το λέω παραφροσύνη».

Και μετά ήρθε αυτό :

lakis

Μια γεύση από τα άρθρα που έχουν γραφτεί ζητούν:
– «Να έχει μετανιώσει για αυτή του την αναφορά και να απευθύνει μία συγνώμη προς τις Ελληνίδες και τους Έλληνες με κινητική αναπηρία» η αντίδραση από τον πρόεδρο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.)Ιωάννη Βαρδακαστάνη σήμερα το πρωι στο ΒΗΜΑ fm.
– Να απολυθει ο Λαζόπουλος.
– Να κοπει η εκπομπή του.
Και πόσα άλλα.

Η όλη ερμηνεία πίσω από όλη αυτή τη θύελλα αντιδράσεων συνοψίζεται στην εξής φράση:

«Οι άνθρωποι με αναπηρία αποκτούν εμμονές και ψυχώσεις γιατί είναι ανάπηροι. Ευχαριστούμε για αυτή την αλήθεια Κυριε Λαζόπουλε».

Λοιπόν.
Υπάρχει ο όρος ΚΑΡΕΚΛΑ μέσα στη φράση. Η οποία μπορεί να έχει τουλάχιστον δύο ερμηνείες:

Κυριολεκτική: Ότι μιλάμε για μια καρέκλα που καθόμαστε, όπως και μπορεί να ερμηνευτεί με το αναπηρικό καροτσάκι του Σόιμπλε.
Συμβολική: Συμβολίζει την εξουσία. Υπάρχουν πάμπολλες φράσεις που μιλάνε για καρέκλα εξουσίας και όχι μόνο στα ελληνικά.

Η ερμηνεία έρχεται πάντα αφού ακουστεί ολόκληρη η φράση, εκ των υστέρων. Και είναι πάντα φαντασιακή. Δεν υπάρχει στέρεα αλήθεια. (Αυτά τα αναφέρω για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις).

Αρχικά μιλώντας, εν δυνάμει θα μπορούσε να ισχύει ότι και οι 2 ερμηνείες στέκουν, και ότι δεν ξέρουμε τι ήθελε να πει πραγματικά ο Λαζόπουλος. Είναι φανερό όμως ότι όλοι πιστεύουν με τόση σιγουριά την κυριολεκτική ερμηνεία της φράσης και δεν δείχνουν ούτε δείγμα αμφιβολίας για την ερμηνεία τους. Αλλά σκεφτείτε και το εξής: Αν η ίδια φράση να αναφερόταν στον Τσίπρα ή σε οποιονδήποτε άλλον σε θέση εξουσίας, θα σκεφτόταν κανείς ότι αναφέρεται ο Λαζόπουλος στην πολυθρόνα του Τσίπρα όταν κάθεται να δει τηλεόραση? Όχι βέβαια. Τώρα το νόημα δεν σκοτίζεται.
Το πρόβλημα ξεκινάει εδώ. Ότι όλοι επιλέγουν να δουν την καρέκλα ως αναφορά στην αναπηρία του Σόιμπλε. Και είναι τόσο σίγουροι για τον συλλογισμό τους και ξεκινάνε κατά μέτωπον επίθεση στον ρατσιστή Λαζόπουλο που δεν σέβεται τους ανάπηρους.

Ξαναλέω: δεν μπορώ να ξέρω εγώ ή κανείς άλλος τι «πραγματικά» ήθελε να πει ο Λαζόπουλος. Εξάλλου, μπορεί άλλο να είπε, άλλο να σκέφτηκε και άλλο να ήθελε όντως να πει. Μπορεί να ήθελε να πει συνειδητά για την εξουσία του Σόιμπλε, αλλά όντως ασυνείδητα να ήθελε και να τον υποτιμήσει με αυτό το σχόλιο με τον όντως τουλάχιστον ανήθικο τρόπο. Δεν μπορώ να το ξέρει κανείς.

Θα προτιμούσα να μιλάμε για το αν το σχόλιο ήταν άκομψο ή όχι. Δεν θα ήταν μια εύκολη συζήτηση. Αν θα έπρεπε να σκεφτεί ο Λαζόπουλος 2η φορα πριν πει την φράση του, μιας και αναφέρεται σε ανάπηρο. Θα μιλάγαμε για ένα ηθικό ζήτημα δηλαδή. Και δε θέλω να επεκταθώ παραπάνω σε αυτό, παρά μόνο λέγοντας ότι πιστεύω ότι δεν πρέπει να μιλάμε «διαφορετικά» σε άτομα με αναπηρία ή όχι. Ο λόγος μας πρέπει να είναι αυστηρά ο ίδιος. Γιατί αλλιώς αναγνωρίζουμε συμβολικά αυτή την αναπηρία, προσπαθούμε να την κάνουμε να μην «στενοχωρηθεί» για την ύπαρξή της, και εν τέλει, την δημιουργούμε μέσα στον λόγο μας. Την κάνουμε να υπάρχει.
Τότε όμως θα είχε μπει στο παιχνίδι και η συμβολική λειτουργία της γλώσσας. Εδώ δεν μπήκε ποτέ.
Εδώ υπάρχει μόνο αυτή η κυριολεξία, και αυτό με τρομάζει.

Το μόνο που μπορεί να με «καθησυχάσει» -σε πολλά εισαγωγικά-, είναι ότι αυτή η επίθεση πουλάει, και ότι ίσως όσοι τα γράφουν αυτά, δεν τα πιστεύουν πραγματικά, αλλά το κάνουν γιατί έχουν όφελος, ίσως γιατί ο Λαζόπουλος κατά καιρούς προκαλεί και είναι ένα θέμα της επικαιρότητας, κλπ κλπ.
Αλλά αν λάβω στα σοβαρά την δήλωση του πρόεδρου της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.) Ιωάννη Βαρδακαστάνη που περιμένει την μετάνοια του Λάκη Λαζόπουλου, νομίζω ότι το θέμα ξεφεύγει πραγματικά.

Δεν ξέρω πού οφείλεται αυτό το γεγονός, αυτή η μονόπλευρη χωρίς αμφιβολία ερμηνεία της φράσης, ούτε προφανώς πηγάζει από μια πηγή. Αυτά που σκέφτομαι γρήγορα, είναι σκέψεις γύρω από την συμβολική ανυπαρξία του Άλλου στις μέρες μας. Για τον εργαλειακό λόγο που κατακλύζει τις λέξεις μας. Και ερχόμενοι στην ελληνική πραγματικότητα ίσως να παίζει ρόλο το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα μιλάμε για ρατσισμό και φασισμό, ενώ παλιά δεν μιλάγαμε γι’ αυτά. Δεν ήταν καν θέμα συζήτησης σε όλη την Ελλάδα. Τώρα διεισδύει πιο εύκολα στις προτάσεις μας και στις σκέψεις μας, ανάμεσα στις λέξεις μας. Και ίσως υπάρχει και κάτι άλλο, που μόνο υποθετικά μπορώ να αναφέρω για την ώρα, αλλά θα τολμήσω να το πω. Για την ασυνείδητη επιθυμία όσων επιτέθηκαν στον Λαζόπουλο η οποία προβάλλεται στο πρόσωπο του Λαζόπουλου. Η επιθυμία που θέλει πάση θυσία να μειώσει τον Σόιμπλε για την κατάσταση που έχει φέρει την Ελλάδα –τεράστιο ψέμμα και φαντασίωση ένα πρόσωπο να φταίει για την κατάσταση μιας ολόκληρης χώρας- , και από αδυναμία επιχειρημάτων κοιτάζει μόνο την αναπηρία του για να επιτεθεί λεκτικά.

Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω. Φαντάζομαι ο Λαζόπουλος θα απαντήσει σε αυτό που γίνεται τώρα, και όλο το θέμα ίσως λήξει.Ίσως και να μην λήξει. Ποσώς με ενδιαφέρει.
Ο τρόμος για αυτήν την κυριολεξία και την αδυναμία συμβολοποίησης, με ό,τι θεωρητικές και πρακτικές προεκτάσεις μπορεί να έχει στις ζωές μας, μόλις άρχισε να χτυπάει την πόρτα μας.
( Προσοχή: δεν την χτυπάει κυριολεκτικά! Μην πάει κάποιος να ανοίξει την πόρτα του όταν διαβάσει αυτή τη φράση, δεν δει κανέναν και μετά με κατηγορήσει ότι του κάνω πλάκα όπως τα παιδιά της γειτονιάς που χτυπάνε αναίτια τα κουδούνια. Ευχαριστώ.)

‘Cause it’s all too much for me to take.

You gotta roll with it
You gotta take your time
You gotta say what you say
Don’t let anybody get in your way
‘Cause it’s all too much for me to take

Don’t ever stand aside
Don’t ever be denied
You wanna be who you’d be
If you’re coming with me

I think I’ve got a feeling I’ve lost inside
I think I’m gonna take me away and hide
I’m thinking of things that I just can’t abide

I know the roads down which your life will drive
I find the key that lets you slip inside
Kiss the girl, she’s not behind the door
But you know I think I recognize your face
But I’ve never seen you before

You gotta roll with it
You gotta take your time
You gotta say what you say
Don’t let anybody get in your way
‘Cause it’s all too much for me to take

I know the roads down which your life will drive
I find the key that lets you slip inside
Kiss the girl, she’s not behind the door
But you know I think I recognize your face
But I’ve never seen you before

You gotta roll with it
You gotta take your time
You gotta say what you say
Don’t let anybody get in your way
‘Cause it’s all too much for me to take

Don’t ever stand aside
Don’t ever be denied
You wanna be who you’d be
If you’re coming with me

I think I’ve got a feeling I’ve lost inside
I think I’ve got a feeling I’ve lost inside

oasis 1995

Something wrong, something not quite right.

Something wrong, something not quite right,
Something wrong, something not quite right,
Touch me baby, all through the night.
Confusion,
Confusion,
All my lifes a bright delusion,
All my worlds a torn circus,
All my mind comes tumblin down, down.

Westbury Music Fair, January 1970, Jim Morrison and The Doors
Westbury Music Fair, January 1970, Jim Morrison and The Doors

Τσίπρας, το σύνθωμα.

Πηγή
Κείμενο του Ρεζινάλντ Μπλανσέ
Lacan Quotidien N°546 – 21 Νοεμβρίου 2015
Χρονικό « Το ασυνείδητο σημαίνει κρίση»

lacan1

Τσίπρας, το σύνθωμα

Στο άρθρο του με ημερομηνία 22 Ιουλίου 2015 και με τίτλο «Η ελληνική πανωλεθρία», ο Πέρυ Άντερσον (Perry Anderson) αποδίδει σύντομα και περιεκτικά την σύνοψη που αρμόζει στην πορεία των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στην Ελλάδα από την αρχή της χρονιάς. «Από την εκλογική νίκη του Σύριζα τον Ιανουάριο, γράφει, η πορεία της κρίσης στην Ελλάδα ήταν ομοίως προβλέψιμη, με εξαίρεση την τελική αναπάντεχη εξέλιξη, [δηλ. το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου]. Η προέλευση της κρίσης ήταν διπλή: η είσοδος με δολιευτική βάση στη ζώνη του ευρώ επί του ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και οι συνέπειες του παγκόσμιου κραχ του 2008 στην οικονομία μιας Ελλάδας χρεωμένης και μη ανταγωνιστικής. Από το 2010, εφαρμόστηκαν επί τόπου από την Τρόικα προγράμματα λιτότητας – παλαιότερα γνωστά ως «σχέδια σταθεροποίησης» – καθ’ υπαγόρευση της Γερμανίας και της Γαλλίας οι τράπεζες των οποίων ήταν οι περισσότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο της ελληνικής χρεωκοπίας. Πέρασαν πέντε χρόνια μαζικής ανεργίας και περικοπών στον προϋπολογισμό του κοινωνικού κράτους και το χρέος έφτασε σε νέα ύψη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Σύριζα κέρδισε γιατί υποσχόταν με πάθος και πειστικότητα να βάλει ένα τέλος στην υποταγή στην Τρόικα. Θα «επαναδιαπραγματευόταν» τους όρους της ευρωπαϊκής κηδεμονίας. Πώς υπολόγιζε να αντεπεξέλθει; Πολύ απλά, εκλιπαρώντας για μια πιο ήπια αντιμετώπιση και βλαστημώντας όταν εκείνη δεν ερχόταν – με ικεσίες και κατάρες δηλαδή […]. Ήταν πολύ ξεκάθαρο ήδη από την αρχή, συμπεραίνει ο συγγραφέας, ότι όλο αυτό το ξέσπασμα από ικεσίες και κατάρες ήταν ασύμβατο με κάθε ιδέα εξόδου από το ευρώ»1.

Η πολιτική ΤΙΝΑ
Δεν θα μπορούσαμε να αποδώσουμε καλύτερα την ουσία της πολιτικής του συνασπισμού στην εξουσία από το μπρα-ντε-φερ που τον έφερε αντιμέτωπο με την Τρόικα για έξι μήνες. Η σύγκρουση διαδραματίστηκε σε δύο φάσεις: κατ’ αρχάς με αντίσταση της Ελλάδας, και μετέπειτα με παράδοση καθ’ ολοκληρία στους όρους της Τρόικας. Εκεί έγκεινται δύο στιγμές της ενιαίας πολιτικής, η οποία στόχευε στην παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, με κάθε τρόπο. Η πολιτική του Σύριζα στην εξουσία είναι η πολιτική ΤΙΝΑ («There is no alternative», «Δεν υπάρχει εναλλακτική», εμβληματικό μότο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της Μάργκαρετ Θάτσερ την εποχή της). Πράγματι, δεν υπάρχει για τον Σύριζα άλλη εναλλακτική λύση από το ευρώ. Το Grexit δεν είναι λύση. Θα ήταν αυτοκτονικό για τη χώρα. Η πιθανότητα αποχώρησης από το ενιαίο νόμισμα δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ σοβαρά από την κυβέρνηση. Το γνωρίζουμε σήμερα, η ίδια δεν είχε ποτέ κανένα σχέδιο εξόδου από το ευρώ παρά τις απειλές που εκστόμιζε. Αυτές ήταν απλώς προσχήματα με στόχο να εκφοβίσουν την Ευρώπη και τη Δύση. Αυτό σημαίνει ότι η αντίσταση του Σύριζα στις προσταγές των πιστωτών αναγόταν σε άσμα εξορκισμού. Εκεί έγκειται αναμφίβολα το πιο σημαντικό, και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο, της συμπεριφοράς του Σύριζα σε αυτές τις «διαπραγματεύσεις» με την Τρόικα. Η πολιτική του ήταν διττή. Επρόκειτο για μια πολιτική παθητικής αντίστασης, η οποία συνίστατο στη μη εφαρμογή των υπογεγραμμένων μεταρρυθμίσεων σε αντάλλαγμα της απαιτούμενης χρηματοδότησης και για μια ρητορική εξορκισμού που προσέφευγε στον ορθολογισμό και ενίοτε στην επιστημονικότητα προκειμένου να πείσει τους πιστωτές για τον παραλογισμό της πολιτικής λιτότητας που ακολουθούσαν. Προσπαθούσαν να πετύχουν τη μεταστροφή τους σε μια πολιτική οικονομικής ανάκαμψης που θα άρχιζε από τη σημαντική ελάφρυνση του χρέους της χώρας. Ορισμένοι μίλησαν, εν προκειμένω, για αφέλεια, κόλπο ταχυδακτυλουργών, εσφαλμένη εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη (με το Σύριζα να βρίσκεται αρκετά απομονωμένος στην απόρριψή του της μνημονιακής πολιτικής, η οποία εφαρμοζόταν επίσης στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία), ακόμη και για την δολιότητα της κυβέρνησης του Σύριζα και του ίδιου του Τσίπρα. Είχαν επίγνωση, πράγματι, ότι θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να μπορέσουν να τηρήσουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις, εφόσον επέμεναν να διατηρήσουν οπωσδήποτε την Ελλάδα στη ζώνη του ευρώ. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε άλλωστε προειδοποιήσει ρητώς τον Αλέξη Τσίπρα, στην επίσκεψή τους στο Βερολίνο, ήδη πριν από τη νίκη του στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015.2

Είναι ωστόσο απορίας άξια η εμμονή στην παράταση των εκ των προτέρων χαμένων «διαπραγματεύσεων». Διότι, από τη στιγμή που η κυβέρνηση του Σύριζα παραιτήθηκε από το μοναδικό πραγματικό όπλο που διέθετε, δηλαδή να εγκαταλείψει το ευρώ, όλα τα υπόλοιπα δεν ήταν παρά βερμπαλισμοί και παιδιαρίσματα όπως έλεγε η Κριστίν Λαγκάρντ έξω φρενών, απευθυνόμενη σε έναν αφόρητο στο Eurogroup, Γιάνη Βαρουφάκη. Πράγματι, σε όλη τη διάρκεια αυτών των ατελείωτων συνομιλιών και σε πείσμα των ολέθριων συνεπειών τους για την οικονομία της χώρας, η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να … μιλάει. Πράξη ουδεμία, εκτός από την αδράνεια και την επιμονή να μην κάνουν τίποτα. Ο Γιάνης Βαρουφάκης ήταν το πρόσωπο που τηρούσε την πολιτική στάση της δύστροπης απείθειας. Όρθωσε το ανάστημά του στους συναδέλφους του στο Eurogroup, δεν τούς χαρίστηκε ποτέ, τούς έκανε μάθημα, τούς περιφρονούσε με το βάρος της ακαδημαϊκής γνώσης του, τούς προκάλεσε πριν καταλήξει να πεταχτεί έξω από τον εκλεκτό κύκλο ως απρεπής. Σε αυτή τη φάση της αντίστασης εκείνος οδηγούσε το χορό, ως ευφραδής ρήτορας και νταής τζογαδόρος ταυτόχρονα. Δυναμωμένος από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου, αξίωνε να ξαναρχίσει το πόκερ του ψέματος και να βασιστεί αποκλειστικά στη δύναμη των προσχημάτων. Αυτά δεν ήταν εντελώς εικονικά. Είχαν μια πραγματικότητα. Ήταν οικονομική: επρόκειτο για τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που έκαναν φτερά από τη χώρα και συγκεκριμένα από τις ήδη σοβαρά αποδυναμωμένες τράπεζές της, λόγω της αστάθειας των αβέβαιων και παρατεταμένων διαπραγματεύσεων.

Η αποτελεσματικότητα των κατ’ επίφασιν

Η προσποίηση είχε όμως και κάποια αποτελεσματικότητα συμβολικής και φαντασιακής τάξης: την ικανοποίηση της πρόκλησης από τον Δαβίδ στον Γολιάθ και το πείσμα του να τού αντισταθεί. Σε «μια χώρα της οποίας η αντίσταση στην καταπίεση και στις αλλεπάλληλες κατακτήσεις έχει μια ιδιαίτερη ιστορική πυκνότητα»3 αυτό το γεγονός αποκτά μεγάλη σημασία. Η πρόκληση, αν και λεκτική, δεν ήταν λιγότερο πραγματική. Κόστισε ακριβά στους Έλληνες και έγινε προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητά της: να αποτίσει το φόρο τιμής, ο οποίος οφείλεται στην απόλαυση της ομιλίας. Απόλαυση του να μπορείς να πάρεις το λόγο, να τον επιβάλεις, να μιλάς δυνατά και κοφτά ακόμη και όταν η ομιλία ρέπει προς το βερμπαλισμό. Να μιλάς για να μιλάς, να μιλάς για να εκφράσεις το δικαίωμα να έχεις δικαίωμα να μιλάς, για την εξάσκηση αυτού του υπέρτατου δικαιώματος, συμπυκνωμένου στην καθαρή του μορφή, εφόσον η δύναμη να αποφασίσεις σού διαφεύγει. Παρόλα αυτά, η ομιλία αν και ανάγεται στην εκστόμιση, έστω άκυρη και με μηδενικό αποτέλεσμα στην τάξη της πραγματικότητας που στοχεύει, αυτή η ομιλία είναι δική μου, είναι σημαντική: είναι κάτι που ο Άλλος αδυνατεί να μού αφαιρέσει. Και μάλιστα συνιστά το πλεονέκτημα που μπορώ να έχω απέναντί του: αδυνατεί να με κάνει να σωπάσω.

Το γεγονός της συμβολικής (να σου πέφτει λόγος), αλλά και της φαντασιακής ικανοποίησης (η αυτοεκτίμηση στα μάτια του Άλλου) έγινε το πραγματικό όφελος όλης αυτής της περιόδου των «διαπραγματεύσεων», και μάλιστα η μόνη πραγματικότητά της. Στ΄ αλήθεια, η ρητορική της πυγμής, οι κατάρες και οι ικεσίες, οι λοιδορίες και οι ύβρεις ήταν τα μόνα όπλα του Σύριζα στην αντιπαράθεσή του με την Τρόικα. Η αφέλεια αυτής της στάσης και δη η απρέπειά της, όπως επίσης και η ανετοιμότητα των ελλήνων διαπραγματευτών καταγγέλθηκαν αυστηρά. Προφανώς, Όλα αυτά ισχύουν. Δεν επαρκούν όμως να αιτιολογήσουν την απίστευτη εθελοτυφλία που βασίλευε στην παράλογη πεποίθηση σύμφωνα με την οποία, ο αλαζονικός λόγος ακόμη και με προηγμένη και τεκμηριωμένη θεωρητική διατύπωση θα μπορούσε να κερδίσει από μόνος του το παιχνίδι, και πως η απλή δύναμη της λογικής επιχειρηματολογίας, με το απειλητικό ύφος της έκφρασης, θα μπορούσε να νικήσει.

Κάτι άλλο διακυβευόταν και δρούσε υπόγεια κινητοποιώντας τους πρωταγωνιστές και τους γοητευμένους θεατές δηλαδή τους πολίτες, οι οποίοι παρακολουθούσαν εμβρόντητοι τους καυγάδες των θεσμών. Η πολιτική εθελοτυφλία πήγαζε από μια λιβιδινική δύναμη, στην ομιλία δηλαδή που απαιτούσε να απολαύσει, και ακριβέστερα να γίνει αντικείμενο απόλαυσης. Θα ισχυρίστούμε πως η απόλαυση της λαλιάς ήταν ο πυρήνας της παράλογης πίστης στις υποτιθέμενες ως σίγουρες αρετές της πάρλας. Παρασυρμένοι από το κύμα της «απολαμβάνουσας λαλιάς», δηλαδή της απόλαυσης του ρητορισμού, ο Τσίπρας και ο τότε κακός δαίμονας του, ο Γιάνης Βαρουφάκης, αποδέχτηκαν να εμπιστευθούν την αποτελεσματικότητα του ρητορεύω ως το απόλυτο πολιτικό όπλο. Θέλησαν να το πιστέψουν ακράδαντα, πόσο μάλλον που δεν διέθεταν άλλο. Αυτό το γνώρισμα του βερμπαλισμού, δηλαδή του λόγου που αρέσκεται να αφήνεται στο λίκνισμα της πληθωρικής ρητορικότητάς του, απελευθερωμένου από την αρχή της πραγματικότητας, είναι χαρακτηριστικό του συριζαϊκού λόγου. Διαπότισε τόσο την προεκλογική του εκστρατεία όσο και τις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα και το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015.

Λέγοντας «όχι»
Πολλοί έχουν αναρωτηθεί σχετικά με τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν τον Αλέξη Τσίπρα να καταφύγει στο δημοψήφισμα και να θέσει το ερώτημα στους πολίτες αν αποδέχονται ή όχι την λιτότητα που επιβλήθηκε από την Τρόικα. Η απότομη πρωτοβουλία αναστάτωσε. Την παραμονή μάλιστα της ανακοίνωσης, ο έλληνας Πρωθυπουργός είχε φανεί έτοιμος να συναινέσει στις απαιτήσεις της Τρόικας. Ούτε μια εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα, με βάση την υπογραφή, η οποία επικύρωσε ό,τι είχε απορριφθεί μαζικά από το εκλογικό σώμα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το δημοψήφισμα ήταν «μια επιτυχής παραπραξία» δηλαδή μια λογικά ασυνεπής πράξη. Ο Τσίπρας, στην πραγματικότητα, ήταν μεταξύ δύο πυρών: μεταξύ των δύο πολιτικών γραμμών που συγκρούστηκαν στην κορυφή του κράτους από την εκλογική νίκη του Σλυριζα τον Ιανουάριο του 2015.5 Η γραμμή της παράδοσης που είχε κατ΄ αρχάς εκφραστεί με χαμηλούς τόνους, αξίωνε τώρα την τελευταία στιγμή να ολοκληρωθούν πάραυτα οι διαδικασίες (το υπάρχον δεύτερο σχέδιο οικονομικής βοήθειας έληγε στις 30 Ιουνίου), ενώ η γραμμή Βαρουφάκη σκόπευε να σκληρύνει την αντίσταση, στοιχηματίζοντας, είναι αλήθεια στο 50% των πιθανοτήτων κατά τα λεγόμενα του ίδιου, πως η Τρόικα τελικά θα υποχωρούσε. Απρόθυμος να αναλάβει την αποκλειστική ευθύνη για την συνθηκολόγηση, σε αντίθεση με τις πιο επίσημες προεκλογικές δεσμεύσεις του, ο Τσίπρας αποφάσισε να δραπετεύσει από την αντίφαση κάνοντας έκκληση στους ψηφοφόρους. Το κόλπο ήταν στρεβλό. Παίζοντας το παιχνίδι της άμεσης δημοκρατίας εναντίον της αντιπροσωπευτικής, Επρόκειτο να αποδώσει την ευθύνη στους εκλογείς με τρόπον ώστε η ψήφος τους να είναι εκκενωμένη από κάθε πραγματικό πολιτικό νόημα6. Το «όχι» που ζητούσε από τους ψηφοφόρους θα ήταν, ισχυρίστηκε, ένα επιπλέον πλεονέκτημα (αναρωτιόμαστε με ποιον τρόπο) στην «διαπραγμάτευση» προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ευνοϊκή συμφωνία. Αυτό σημαίνει, δεδομένου του ιδιαίτερα ασήμαντου λόγου που υποτίθεται το αιτιολογούσε, ότι υπό αυτές τις συνθήκες, το δημοψήφισμα ήταν αυτοσκοπός. Από αυτή την άποψη, ήταν ένας επιτυχημένος χειρισμός. Ήταν όμως και αστοχία, καθώς αναβίωνε μια ελπίδα, η οποία έμελλε να διαψευσθεί σύντομα. Οι συνέπειες της απογοήτευσης, και μάλιστα της κακίας, έγιναν αισθητές στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Το ποσοστό της αποχής έφτασε το 43,4% του εκλογικού σώματος ενώ ο Σύριζα κατέγραφε μια πτώση 26% σε σχέση με την εκλογική του δύναμη του Ιουλίου. Από τα 6,1 εκατομμύρια εκλογείς που ψήφισαν «όχι» στο δημοψήφισμα όπως υπαγόρευε ο Σύριζα, 1,6 εκατομμύρια απείχαν.7

Το «όχι στην πολιτική της λιτότητας που επέβαλε η Τρόικα» όπως εκφράστηκε από 62% των εκλογέων στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου ήταν συνεπώς αποκλειστικά ένα «όχι» άρνησης. Δεν υπαγόρευε την πολιτική που θα έπρεπε να επακολουθεί. Αδυνατούσε να την υπαγόρευσει γιατί το «όχι» ήταν εγγενώς αντιφατικό και λογικά ασυνεπές ταυτόχρονα. Πράγματι, ήταν ανόητο να απορριψουν τους δραστικούς όρους, οι οποίοι επιβάλλονταν από την Ευρώπη ως προϋπόθεση για οικονομική βοήθεια, καθώς ταυτόχρονα αξίωναν να παραμείνουν υπό τον ζυγό του ενιαίου νομίσματος. Αυτή ήταν η αντίφαση των 2/3 των ελλήνων εκλογέων. Ήταν επίσης η πραγματικότητα του «όχι»: ήταν μάταιο, πολιτικά κενό νοήματος. Ήταν αερολογία όπως η συνέχεια το απέδειξε με κραυγαλέο τρόπο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το «όχι» ήταν άνευ σημασίας. Απεναντίας, η σημασία του ήταν υπερκαθορισμένη, δηλαδή πολλαπλή και αντιφατική, και ως εκ τούτου συγκεχυμένη. Το «όχι» εξέφραζε πρώτα από όλα τον θυμό και την εξαγρίωση ενός λαού που τον κακομεταχειρίζονται σκληρά εδώ και πέντε ολόκληρα χρόνια. Εξέφραζε επίσης με σφοδρότητα την διαμαρτυρία και την εχθρότητά του, και μάλιστα την διάθεσή του να επαναστατήσει ενάντια στο ζυγό της υποταγής. Όμως, εξέφραζε εξίσου τη δέσμευσή του στο ενιαίο νόμισμα, την ευχή του να μπορέσει να επικαλεστεί την αλληλεγγύη της Ευρώπης, την προσήλωσή του στην ευρωπαϊκή Ένωση, την ευχή του για μια «Ευρώπη των λαών» πιο δημοκρατική και ασφαλώς λιγότερο άδικη. Όμως, το μήνυμα που διατυπώθηκε δεν υπαγόρευε την κατεύθυνση. Συγκεκριμένα, δεν έλεγε κάτι για την παραμονή ή όχι στο ευρώ υπό τους αυστηρούς όρους της Τρόικας. Ως εκ τούτου, αυτό το «όχι» δεν είχε αξία παρά μόνο καθεαυτό, παρά μόνο στη σημασία του ως «όχι», στο ίδιο το γεγονός ότι είχε ειπωθεί και επισήμως γνωστοποιηθεί. Ήταν ένα «όχι» επιτελεστικό : έλεγε και έκανε «όχι». Η αξία του περιορίστηκε σε αυτό. Ήταν ένα όχι χωρίς κόστος και συνέπειες. Ήταν μια γλωσσική πράξη, του ίδιου επιπέδου με τη δήλωση αγάπης ή μίσους. Ήταν δηλαδή αυτοσκοπός, και πήρε ικανοποίησή από τον εαυτό του: λέμε «όχι» όπως λέμε «άει σιχτίρ!». Από τη στιγμή που ειπώθηκε, έγινε και προχωράμε, αυτό ήταν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι διακόπτουμε. Τουναντίον, αυτό θέλει συχνά να πει ότι συνεχίζουμε μαζί όπως η καθημερινότητα της ζωής του ζευγαριού το αποδεικνύει κατ’ επανάληψη. Ως προς αυτό, ήταν ένα «όχι» περισσότερο πεζό παρά ηρωικό, σε αντίθεση με αυτό που ορισμένοι πιστεύουν. Η εξέλιξη των γεγονότων το επιβεβαίωσε. Ο Τσίπρας έβαλε την υπογραφή του στο κάτω μέρος του 3ου Memorandum of Understanding χωρίς να πει κιχ, δεσμευόμενος ωστόσο για μία ακόμη φορά να περιορίσει τη ζημιά. Αυτός ήταν ο τρόπος του να δικαιώσει την λαϊκή αποδοκιμασία η οποία είχε εκφραστεί σαφώς λίγο πριν, καθώς επίσης και το δικό του αίσθημα («Δεν πιστεύω σε αυτήν την πολιτική που μας έχει επιβληθεί»).

Μια έμπρακτη ερμηνεία
Το δημοψήφισμα, ως εκ τούτου, ήταν από τον Τσίπρα, η έμπρακτη ερμηνεία του λαϊκού αισθήματος και διάθεσης. Δεν ήταν προμελετημένη ενέργεια με σκοπό την ερμηνεία. Ήταν μάλλον ένας αδέξιος χειρισμός. Όμως, η ερμηνεία έγινε και ήταν πετυχημένη. Ήταν πράγματι σημαντικό να δοθεί ο λόγος στον «Λαό». Ήταν η ουσία αυτού που του απέμενε από τον όλεθρο, τον οποίο είχε υποστεί και θα έπρεπε να συνεχίσει να υπομένει. Στ΄ αλήθεια, ήταν σημαντικό να του παραχωρηθεί ο λόγος: να τον αφήσει να ικανοποιηθεί με τον λόγο, να περιοριστεί στην ικανοποίηση του λόγου. Από τη στιγμή που το «όχι» ειπώθηκε και καταχωρήθηκε επισήμως, ο Τσίπρας περνούσε με κάθε φυσικότητα στην πολιτική του συναινετικού «ναι» στην Τρόικα. Δεν είναι ότι το «όχι» μεταλλάχθηκε ξαφνικά σε «ναι», όπως ειπώθηκε. Είναι ότι το «όχι» πήρε τη διάσταση στην οποία θα βρεθεί οριστικά αναγόμενο: εκείνη ενός «τραυματικού όχι», σημαίνοντος ολομόναχου, επιτελεστικού, εκτός πολιτικού νοήματος, εγγεγραμμένου ίχνους της απόλαυσης που έλαβε χώρα, της συλλογικής διακήρυξης, του ίδιου του «λέω όχι». Οι θερμοί εναγκαλισμοί και η παράφορη αγαλλίαση στην πλατεία Συντάγματος το βράδυ του δημοψηφίσματος, δεν σήμαιναν τίποτε παραπάνω από ένα πλεόνασμα απόλαυσης που έχει υπεξαιρεθεί από τους ισχυρούς της Ευρώπης, ενώ στο Μέγαρο Μαξίμου, σύμφωνα με την θλιμμένη ομολογία του Βαρουφάκη, κυριαρχούσε ατμόσφαιρα απογοήτευσης και της μελαγχολίας μπροστά στα ζοφερά πρωινά όπου θα έπρεπε να εκτελέσουν τις θυσίες, οι οποίες μόλις είχαν καταγγελθεί με τη μέγιστη σοβαρότητα από την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Το «όχι» έπεφτε λοιπόν παρωχημένο, νεκρό γράμμα, και caput mortuum ενός συναισθήματος απόλαυσης που δεν είχε χρησιμεύσει σε τίποτε παρά μόνο στο να ικανοποιηθεί το ίδιο. Αυτή ήταν όλη η πολιτική του χρησιμότητα.

Συνεπώς, είναι κατανοητό ότι οι κοινοβουλευτικές εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 κάθε άλλο παρά τιμώρησαν τον Τσίπρα. Τουναντίον. Από την εκπληκτική του μεταστροφή κατά 180ο (ο ίδιος θα έλεγε κατά 360ο σύμφωνα με το ολίσθημα που του είχε ξεφύγει με τρόπο ανεπαίσθητο σε κάποια από τις πρόσφατες ομιλίες του)· πώς θα μπορούσε να σημάνει πιο ξεκάθαρα ότι στην πραγματικότητα επανερχόταν αμετάβλητος στο σημείο εκκίνησης του; Το ασυνείδητο, ενίοτε φλύαρο και σκανταλιάρικο, μπορεί επίσης να προστρέξει στη βοήθεια της αλήθειας που καίει και να δώσει φωνή… – η πλειοψηφία των εκλογέων δεν του κράτησαν κακία. Κάηκε ωστόσο αρκετά η γούνα του, αυτό είναι γεγονός. Κέρδισε τις εκλογές ενώ η πολιτική του μετατρεπόταν ακριβώς σε εκείνη που κατήγγειλε ακούραστα τα ατελείωτα χρόνια της κρίσης, επειδή οι εκλογείς τον είχαν αθωώσει. Δεν είχε προσπαθήσει, δεν είχε αντισταθεί όσο μπορούσε; Δεν το έβαλε κάτω, ούτε είχε αρνηθεί τώρα να συνεχίσει να αγωνίζεται. Οι δηλώσεις προθέσεων και οι προφορικές διακηρύξεις του υποψήφιου Τσίπρα κατά την επανεκλογή του ήταν λοιπόν αρκετές για να κερδίσει την υποστήριξη των ψηφοφόρων. Το γεγονός προκάλεσε την έκπληξη. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ομολόγησε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει, καθώς όπως προσθέτει, «δεν είμαι Έλληνας»8. Είναι άραγε απαραίτητο η λογική της υπόθεσης να είναι σε τέτοιο σημείο κρυπτική ώστε να χρειάζεται να είσαι «Έλληνας» για να έχεις πρόσβαση; Ωστόσο, η υπόθεση είναι απλούστατη: δείχνει ότι παρόλα τα δεινά του, το εκλογικό σώμα, στην πλειοψηφία του, είναι απλά ευτυχές με τον Αλέξη Τσίπρα. Εκτιμάει εκείνον που αντιλαμβάνεται ότι το υπερασπίζεται ειλικρινά, τον αδύναμο που αντιστάθηκε στους ισχυρούς, εκείνον που φέρει τον λόγο του και του δανείζει την φωνή του. Δεν είναι ότι πιστεύει στις πιθανότητες επιτυχίας του αρχηγού του. Τον πιστεύει κατά το ήμισυ, όμως είναι πεπεισμένο ότι υπάρχουν χειρότερα, και αποστρέφεται το «παλιό σύστημα». Δεν πιστεύει τις υποσχέσεις του Τσίπρα, είναι παραμυθιασμένο μόνο κατά το ήμισυ. Όμως αρέσκεται να τις ακούει και εκτιμάει να τού τις απευθύνει.

Με αυτήν την έννοια, ο Τσίπρας συνιστά από μόνος του ολόκληρη πραγματολογία: ένα λέγειν με αξία πράττειν. Κατέχει την δεινότητα και το ταλέντο να τα βγάλει πέρα με το αδύνατον παίζοντας με την ίδια του την ανημπόρια. Την λέει, την δείχνει, είναι το νόημα που δίνει στο ομιλείν αληθώς στο οποίο εξασκείται, και εναλλακτικά στην παρρησία, δηλαδή στην ψευδόμενη αλήθεια. Αυτό για την ώρα αρκεί για την ικανοποίηση του εκλογικού σώματος. Οι ψηφοφόροι του χαιρετίζουν αυτό το σημάδι σεβασμού προς τον εαυτό τους και θεωρούν αμελητέο το πολιτικό ψεύδος. Είναι θεμιτό να προκριθεί ο Σύριζα στην εξουσία σαν δημαγωγός, ανίκανος, αφελής ή ακαδημαϊκός και ακόμα, αν αναλογιστούμε το Βαρουφάκη, κοσμητικός. Είναι εξίσου δεκτό να τον χαρακτηρήσουμε τουναντίον τολμηρό, ηρωικό, πραγματιστή και ρεαλιστή. Ένα σημείο παραμένει αναμφισβήτητο, για τη χαρά μας ή για τη λύπη μας: ο Σύριζα πάντα φροντίζει να εξοφλήσει το αντίτιμο που αρμόζει στην απόλαυση του προσποιητού. Σε αυτό ανταποκρίνεται η μυθοπλασία των μεγαλόφωνων προεκλογικών υποσχέσεων, οι οποίες εκστομίζονται δίχως αυτοσυγκράτηση και ύστερα αναβάλλονται επ’ αόριστον.9 Αυτό επίσης χαρακτηρίζει το «όχι» του δημοψηφίσματος με την απλή δηλωτική εμβέλεια του. Αντιστοιχεί και στο «ναι» στην Τρόικα, αληθινό και ψεύτικο συνάμα, ειλικρινές και πλαστό ταυτόχρονα, το οποίο αναβαθμίζεται με την υπόσχεση στον λαό για μια παράλληλη πολιτική με στόχο να αντισταθμίσει τις τοξικές επιπτώσεις του μνημονίου.

Εν ολίγοις ο Αλέξης Τσίπρας (αυτοπροσώπως και πέραν του Σύριζα) διασφαλίζει εφεξής το μαστορεμένο δέσιμο του αδύνατου με το κατ’ επίφασιν, το οποίο προορίζεται να κάνει το αδύνατο υποφερτό. Εκείνον ανέδειξαν οι κοινοβουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, στην προέκταση του δημοψηφίσματος του Ιουλίου, που ήταν αληθινό plebiscitum. Εκείνος είναι πλέον το όνομα του ελληνικού συνθώματος, ήτοι του sui generis τρόπου συσχέτισης με το λογικά άλυτο και τη δημιουργία, με βάση αυτό, μιας συλλογικότητας με όρο κάποιο αντίτιμο για την απόλαυση. Αν δεν είναι η καλή, είναι η λιγότερο κακή λύση, εφόσον υπάρχουν χειρότερα. Είναι η γκριμάτσα του πραγματικού που μακιγιάρει το ελκυστικό χαμόγελο της νεολαίας. Μπορεί άραγε αυτή τη στιγμή, ο κόσμος να φτιάξει καλύτερο όνειρο για να φυλαχτεί από το άγχος της νύχτας που έρχεται;

Αθήνα, 4 Νοεμβρίου 2015
Μετάφραση: Πολίνα Αγαπάκη

1 Mediapart, 22/7/2015

2 Βλ. τη συνέντευξή του στη Libération της 19ης Οκτωβρίου 2015, http://www.liberation.fr/…/wolfgang-schauble-il-n-y-a-pas-d…

3 Alain Badiou, « L’impuissance contemporaine », in Le symptôma grec, Lignes, Paris, 2014, σελ. 211.

4 Stathis Kouvelakis, « Greece : the struggle continues », Jacobin 14/7/2015, https://www.jacobinmag.com/…/tsipras-varoufakis-kouvelakis…/

5 Όμως, ο Τσίπρας δεν έθεσε το ερώτημα, το μόνο εύστοχο τότε, αν δηλαδή ήθελαν ή όχι να παραμείνουν στη ζώνη του ευρώ δεδομένων των συνθηκών σκληρής λιτότητας που η Τρόικα τους επέβαλε. Το ερώτημα δεν τέθηκε, καθώς θα έπρεπε να απομακρυνθεί ο λίαν πραγματικός κίνδυνος ενός «όχι», που θα ήταν, επιπλέον, μοιραίο για τον Σύριζα. Η πολιτική «ΤΙΝΑ» έπρεπε να διαφυλαχθεί. Διότι η πολιτική «ΤΙΝΑ», δηλαδή η απόφαση να παραμείνει με κάθε τίμημα στο κοινό νόμισμα, ήταν από το 2012 η σταθερή γραμμή του Σύριζα. Η προπαγάνδα του κόμματος δεν επαναλάμβανε συνεχώς ότι η Ελλάδα δεν θα έβγαινε από το ευρώ; Ήταν γεγονός ότι οι Έλληνες, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% δεν το επιθυμούσαν.

6 Varoufakis Yanis, « La Grèce sans illusions », Mediapart, 6/10/2015.

7 Πρόκειται πιθανόν για αυτή την παράτολμη γλωσσική πράξη που ο φιλόσοφος αρέσκεται να προκρίνει ως «μεγάλη ηθικο-πολιτική πράξη». Όμως, θα αναρωτηθούμε, πού ήταν το μεγάλο ρίσκο που υπήρχε στην δυνατή κραυγή της αγανάκτησης, εφόσον είχε απομακρυνθεί η ηρωική και αυτοκτονική πράξη του άλματος στο κενό εκτός του ευρώ; Η «μεγάλη ηθικο-πολιτική πράξη» ήταν άραγε το ίδιο το γεγονός της συνειδητοποίησης του αφόρητου της οδύνης, ενώ δεν υπάρχουν τα πραγματικά μέσα για την αποκατάσταση; Εν ολίγοις, η ομολογία της συλλογικής ανημποριάς μπροστά στο αδύνατο;

8 Παραπομπή στη συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα Libération στις 19 Οκτωβρίου 2015, και η οποία αναφέρθηκε νωρίτερα.

9 Ποιος αναφέρεται πια σήμερα για το θνησιγενές πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, αιχμή του δόρατος της νικηφόρας εκστρατείας του Σύριζα πριν από μόλις 9 μήνες;