Αφού με αγαπάς – CobaLus

Αφού με αγαπάς – CobaLus

Η επιθυμία να ντύσω με ένα ελληνικό τραγούδι μου το αγαπημένο μου σημείο στην Αθήνα, βρήκε την καλύτερη φωλιά στο κανάλι του Κασετόφωνου.

Λόφος Τουρκοβούνια
24.10.2019

Video : CobaLus
CobaLus: Φωνή, κιθάρα, πιανίκα.

Links:

YouTube: https://www.youtube.com/user/cobalus
Facebook: https://www.facebook.com/CobaLusOfficial/
Instagram: @cobalus
SoundCloud: https://soundcloud.com/cobalus
Poems (in greek): https://bit.ly/2MaT3NV

Στίχοι :

Είσαι τ’ αστέρι που χορεύει στο κενό
Κι εγώ ο ναύτης που παντού τ’ ακολουθώ

Ένα σου νεύμα, μια σου λέξη μια ματιά
Είναι η ανάσα που μου χαρίζεις στα βαθιά

Κι εσύ ψιθυρίζεις, στα μάτια με κοιτάς
Μαγεμένη φωσφορίζεις, και τις λύπες μου πετάς

Η φωνή σου σαν καράβι που σαλπάρει μακριά
Κι εγώ ο ναυαγός σου, περιμένω στη στεριά

Κλείνουμε τα μάτια, μας χαϊδεύει ο βοριάς
Πέφτουνε τα αστέρια, λες πως πέφτουνε για μας

Κι εσύ ψιθυρίζεις, στα μάτια με κοιτάς
Μαγεμένη φωσφορίζεις, και τις λύπες μου πετάς
Ω, κι εσύ δακρύζεις, το χέρι μου κρατάς
Και ο κόσμος λαμπυρίζει, αφού με αγαπάς

Κι εσύ ψιθυρίζεις, στα μάτια με κοιτάς
Μαγεμένη φωσφορίζεις, και τις λύπες μου πετάς
Ω, κι εσύ δακρύζεις, στα μάτια με φιλάς
Και ο κόσμος λαμπυρίζει, αφού με αγαπάς

https://youtu.be/WuEuI-vHA0Y

Η Παρέλαση.

Από Alexandros Paspardanis:

Έπαιξε στο εξωτερικό η είδηση με τις κοπέλες που έκαναν silly walking στην παρέλαση και γίναμε διεθνώς ρεζίλι. Δεν το ήξεραν ότι κάνουμε ακόμα παρελάσεις.

Από Dimitris Soultas:

Βλέπω επί χρόνια να διατυπώνεται η άποψη ότι η παρέλαση- και κυρίως η μαθητική, που είναι ένα μεταξικό κατάλοιπο- είναι «τιμή» σε όσους θυσιάστηκαν. Πρόκειται για ψέμα. Η παρέλαση- η κάθε παρέλαση- είναι έτσι δομημένη ώστε να τιμάται η κάθε εξουσία που βρίσκεται στην εξέδρα. Έχετε δει ποτέ να υπάρχει στην εξέδρα αντιστασιακός ή ανάπηρος πολέμου; Όχι, αυτοί όταν συμμετέχουν, είναι συνήθως μέρος της παρέλασης. Στην εξέδρα βρίσκεται πάντα η πολιτική, η στρατιωτική και η εκκλησιαστική εξουσία. Σε αυτή αποδίδουν τιμές οι παρελαύνοντες, προς αυτή γυρνούν το κεφάλι. 
Ας αφήσουμε λοιπόν το παραμύθι ότι οι παρελάσεις τιμούν τους ήρωες. Αν ήταν έτσι στην εξέδρα θα βρίσκονταν αυτοί που πολέμησαν και οι πολιτικοί, στρατιωτικοί ή παπάδες θα περνούσαν από κάτω για να τους αποδώσουν τιμές. 
Τιμή σ’ αυτούς που πολέμησαν και αντιστάθηκαν θα ήταν να πάμε τους μαθητές στο Σκοπευτήριο, τιμή θα ήταν να γυρνούσαν τιμητικά το κεφάλι στον υπέργηρο, που πολέμησε και η θέση του θα ήταν αυτοδικαίως στην εξέδρα.
Οι στρατιωτικού τύπου παρελάσεις είναι ένα event που στήνουν οι κατέχοντες την εξουσία για να οικειοποιηθούν αγώνες, στους οποίους κατά κανόνα δεν συμμετείχαν. Κι αυτό είναι το πιο αναίσχυντο και εξοργιστικό. 
Και αν οι μαθητές κάποια στιγμή «βγάλουν γλώσσα», αυτή τη βγάζουν απέναντι σ’ αυτούς και όχι σε όσους υποτίθεται ότι τιμά το συγχρονισμένο τους βήμα.
Και για να πω την ταπεινή μου άποψη. Ναι, θεωρώ θεαματικά πιο παρήγορο και ελπιδοφόρο να ξέρει κάποιος στα 17 του τους Monty Python, παρά να έχει άψογο βήμα μπροστά στον- ενδεχομένως διεφθαρμένο- πολιτικό της περιφέρειας του.

Το «μανιφέστο» των 10 κοριτσιών:

Αναδημοσίευση από efsyn.gr:

Στρατιωτάκια ακούνητα, μέρα ή νύχτα;
Στρατιωτάκια ακούρδιστα, μέρα ή νύχτα;

Πώς στα παιδικά παιχνίδια εμπλέκονται οι αρχηγοί, οι στρατοί και τα στρατιωτάκια τους;
Στρατοί που κάνουν πολέμους, βομβαρδισμούς, επεμβάσεις.

Και εμείς επέμβαση εκτάκτου ανάγκης κάναμε αλλά χωρίς την παραμικρή άσκηση βίας.
Καλλιτεχνική επέμβαση, κάτι σαν παιχνίδι.

Υπήρξαμε για λίγο στρατιωτάκια που αρχίζουν να ξεκουρδίζονται, να βραχυκυκλώνουν απέναντι στις διαταγές, τα παραγγέλματα, τα εμβατήρια. ίσως γιατί πλέον δεν μας πείθουν οι ιδέες που ενσαρκώνονται σε όλα αυτά.

Τι κοινό μπορεί να’χει ο μιλιταρισμός με την ελευθερία; Τι σχέση μπορεί να’χει η υπεράσπιση της ελευθερίας ενός λαού με τον πατριωτισμό που διδασκόμαστε από μικρά παιδιά; Στα σχολεία, στις παρελάσεις, παντού.

Ο πόλεμος του ανθρώπου για την ελευθερία του δεν είναι έπος ούτε τραγωδία. Είναι η ίδια η ζωή εν κινήσει. Κίνηση που δεν μπορεί να ελεγχθεί και να μπει σε καλούπια.

Γι’ αυτό και εμείς μπήκαμε στην παρέλαση ακαλούπωτοι… Υπό την πνευματική μπαγκέτα του μεγάλου στρατάρχη της αγγλικής κωμωδίας, John Cleese και όσων μας έχουν διδάξει οι Monty Python. Με το δικό μας silly walk και ρυθμό.

Στα μάτια των επισήμων και πολλών θεατών, είδαμε την περιέργεια, την έκπληξη αλλά και την υποτίμηση. Άλλοι μας γιούχαραν, άλλοι μας πέρασαν για «προβληματικά παιδιά». Αυτά ακριβώς είναι τα όρια του πατριωτισμού τους. Η πατρίδα των κανονικών, των προβλέψιμων, των άριστων.

Εμείς ήρθαμε από άλλες πατρίδες. τις πατρίδες των περιττών, των απρόβλεπτων, των ζωντανών. Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί ελευθερίας, λοιπόν.

Υ.Γ.
Επιλέξαμε να πάμε στο δήμο της Ν. Φιλαδέλφειας- Ν. Χαλκηδόνας σε μια γειτονιά χτισμένη από πρόσφυγες, τους κατεξοχήν περιττούς και απόβλητους της ελληνικής κοινωνίας και τότε και τώρα.

10 «στρατιωτάκια» της υπο-κριτικής τέχνης

Τέλος, ένα κείμενο του Θανάση Τριαρίδη:

Πόσο παλιά είναι η ιστορία των παρελάσεων;

Η παρέλαση είναι μια τελετουργία τρόμου, μίσους και θανάτου, και ως τέτοια διαδικασία υπάρχει από τις πρωτόγονες κοινωνίες. Σε κάθε παρέλαση γιορτάζεται μία νίκη επί του φαντασιακούΕχθρού μας. Δίχως αυτόν τον Εχθρό δεν μπορεί να γίνει η παρέλαση. Ο θάνατος ετούτου του αντιπάλου πάντοτε συνοδευόταν πάντοτε από μια τελετουργία δημόσιας διαπόμπευσης είτε μιλούμε για τον δυτικό κόσμο, είτε μιλούμε για τις κοινωνίες που περιέγραψε ο Φρέιζερ στον Χρυσό Κλώνο. Για αιώνες τα κομμένα κεφάλια των νικημένων περιφέρονταν επιδεικτικά και τοποθετούνταν πάνω στα δέντρα, οι νικητές έγδερναν τους αντιπάλους τους και φορούσαν το τομάρι τους ή έβαφαν τα μουστάκια και τα γένια τους με το αίμα του σκοτωμένου εχθρού. Οι ρωμαϊκοί θρίαμβοι δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τελετουργική διαπόμπευση: μην ξεχνάμε ότι ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα αυτοκτονούν, γιατί δεν αντέχουν τη σκέψη του να συρθούν σιδεροδέσμιοι στην παρέλαση που θα ετοίμαζε ο Οκταβιανός στη Ρώμη. Στο τέλος του 14ου αιώνα ο Ταμερλάνος, σε κάθε χωριό που κατακτούσε άφηνε πίσω του ένα παραδειγματικό μνημείο, μια πυραμίδα με κομμένα κεφάλια. Μια ιδιότυπη παρέλαση των ηττημένων επιφύλαξε στα Βαλκάνια το 1014 μ.Χ. ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος – στα σχολεία τον διδάσκουνε ως «μέγιστο βυζαντινό βασιλιά»: μετά την μάχη στο Κλειδί, τύφλωσε 14.000 ανθρώπους αφήνοντας σε κάθε 100 από έναν μονόφθαλμο, και μετά τους έστειλε να γυρίσουν πίσω. Ουσιαστικά επιδίωξε μια φρικτή παραδειγματική παρέλαση τυφλών ανθρώπων.

Πως αποτυπώνονται οι παρελάσεις στην τέχνη; Και τι συμβαίνει στην περίφημη «Marcia» της Αΐντατου Βέρντι.

Αποτυπώνονται με όλους τους δυνατούς τρόπους – συνήθως βέβαια ως προπαγάνδα αλλά και ως ντεκόρ. Ωστόσο η πλέον φημισμένη παρέλαση στην ιστορία της τέχνης βρίσκεται πράγματι στην Αΐντα. Είναι η παρέλαση των ηττημένων Αιθιόπων μπροστά στα μάτια των νικητών Αιγυπτίων. Η Αΐντα, που ανέβηκε στην όπερα του Καΐρου το 1871, είναι ένα έργο που γράφτηκε για να προπαγανδίσει την επικείμενη εισβολή Ιταλίας και Αιγύπτου στην Αιθιοπία (εισβολή που τελικά έγινε το 1872). Είναι μια όπερα με υπέροχη μουσική, πραγματική τομή στην ιστορία της μουσικής – μα ουσιαστικά προπαγανδίζει το θρίαμβο μιας Αρίας φυλής επί μιας φυλής «κατώτερης» και «μιαρής». Και στην προπαγάνδα αυτήν συνέπραξε ο ίδιος ο Βέρντι, ένα από τα πλέον φιλελεύθερα μυαλά του καιρού του.

Ο Ουμπέρτο Έκο γράφει πως «κάθε παρέλαση είναι ένα δημόσια εκτεθειμένο ψέμα»…

Ναι, είναι ψέμα διότι είναι παράγωγό ενός κατασκευασμένου «εμείς». Όπως άλλωστε δημόσια ψέματα είναι όλες οι σημαίες, όλοι οι ύμνοι, όλες οι συλλογικές Νίκες. Και δυστυχώς όλα αυτά αποτελούν πια μέρος του θυμικού και της νοσταλγίας μας. Ο κόσμος που κατεβαίνει στις παρελάσεις έχει την αίσθηση ότι συμμετέχει σε ένα πανηγύρι, αλλά ξεχνάει ότι το πανηγύρι αυτό γίνεται μπροστά σε όπλα που φτιάχτηκαν για να σκοτώνουν ανθρώπους. Βλέπουμε τη σημαία που μας έμαθαν πως συμβολίζει τη χώρα μας, ή τη σημαία των άλλοτε αλάθητων ιδεολογιών μας, και συγκινούμαστε γιατί νοσταλγούμε τα «παλιά χρόνια», την παιδική μας ηλικία, τη νεότητά μας. Και την ίδια στιγμή λησμονούμε πως η κάθε σημαία δηλώνει ξεκάθαρα μια εμπόλεμη κατάσταση: τον πόλεμό μας με τον μεγάλο φαντασιακό Εχθρό μας.  Όπως και τα βάθρα των νικητών, τα μεγάλα τρόπαια, τα γεμάτα γήπεδα και οι πάσης φύσης Νίκες προϋποθέτουν το πτώμα αυτού του φαντασιακούΕχθρού.  

Ο 20ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ως o αιώνας των παρελάσεων;

Ο 20ος αιώνας είναι ο αιώνας του πολιτικού κοσμοδιορθωτισμού που γέννησε τον ναζισμό, τους φασισμούς και τους ολοκληρωτισμούς. Μοιραία η υπόθεση της προπαγάνδας έγινε πολιτική τέχνη – για την ακρίβεια, η προπαγάνδα εκτόπισε την πολιτική. Ο ναζισμός ήταν που έβαλε τις παρελάσεις στο κέντρο της προπαγάνδας του: η στοιχημένη εικόνα στρατιωτών, αθλητών, λαμπαδηδρόμων, εργατών, μαθητών, δοξάστηκε ως η μοναδική αλήθεια στην οποία θα μας οδηγήσει ο «Οδηγός», ο «Φίρερ». Ο ναζισμός υποτίθεται πως νικήθηκε, αλλά η αισθητική πρόταση της στοίχισης, όπως λ.χ. την αποτυπώνει η Λένι  Ρίφενσταλ, είναι κυρίαρχη. Ο Μουσολίνι, ο Μεταξάς, ο Στάλιν, ο Μάο ήσαν επιμελείς αντιγραφείς της προπαγάνδας του Χίτλερ. Αρκεί να σκεφτεί κανείς την παρέλαση του Κόκκινου Στρατού στο όνομα «του Λαού» που όλοι γνώριζαν πως συμβόλιζε και σηματοδοτούσε την κτηνώδη λεηλασία του λαού αυτού στο όνομά του.

Επομένως σήμερα δεν παρελαύνουν μόνο οι εθνικόφρονες.

Όχι βέβαια: η παρέλαση είναι μια δομική τελετουργία όλων όσων θέλουν να λεηλατήσουν τις ζωές των άλλων με την δική τους αλάθητη Μεγάλη Αλήθεια. Είναι τύραννοι, εστεμμένοι ή τραγιασκοφόροι (για θυμηθώ την διατύπωση του Άρη Αλεξάνδρου), εθνικιστές δικτάτορες ή θρησκευτικοί ηγέτες, παπάδες, μουλάδες ή κάθε λογής φανατικοί. Για παράδειγμα: μπορούμε να σκεφτούμε τις απαίσιες παρελάσεις της Ιερής Εξέτασης ή της Κου Κλουξ Κλαν – αλλά και την φαινομενικά αθώα ορθόδοξη ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής, που καταλήγει στο κάψιμο του Ιούδα, δηλαδή σε μια τελετουργία αντισημιτισμού.

Πιστεύεις πως υπάρχει άμεση σχέση του εθνικισμού με τον ανορθολογισμό;

Ο εθνικισμός τρέφεται από τα υποσυνείδητο κόμπλεξ της υπεροχής, ως εκ τούτου συμπλέκεται με τον ανορθολογισμό, την αμάθεια και την λατρεία του παραλόγου. Το ίδιο το επιχείρημα της «ελληνοχριστιανικής συνέχειας» που επικαλούνται οι πολιτικά ορθοί εθνικιστές συνιστά μια πρώτου μεγέθους ιστορική στρέβλωση που παρακάμπτει μια οριακή σύγκρουση τριών αιώνων και αναρίθμητες σφαγές Συχνά ο ανορθολογισμός των πατριωτών γίνεται παιδαριώδης: στην Θεσσαλονίκη κάθε χρόνο γιορτάζουν τον «θάνατο του Μεγαλέξανδρου» σε μια κινητή ημερομηνία. Μερικοί μάλιστα, μες την αμάθειά τους, λογαριάζουν ανάμεσα στους «μάρτυρες της Ορθοδοξίας» και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο – παρόλο που ως Ενωτικός είχε ασπαστεί το καθολικό δόγμα. Οι ίδιοι άνθρωποι ηθελημένα αγνοούν πως από το 1925 η Ελληνική Κυβέρνηση είχε εκδόσει το ABECEDAR, το αλφαβητάρι της μακεδονικής γλώσσας, και επιμένουν πως η γλώσσα αυτή είναι «μια κατασκευή του Τίτο». Τα παραδείγματα του εθνικιστικού ανορθολογισμού δεν έχουν τέλος.

Nα μιλήσουμε και για τις μαθητικές παρελάσεις. 

Κάθε παρέλαση, και η μαθητική, είναι μια στρατιωτική παρέλαση. Απλώς η μαθητική παρέλαση γίνεται για τους εχθρούς που θα έρθουν, ενώ η στρατιωτική παρέλαση γίνεται και για αυτούς που ήδη υπήρξαν ως εχθροί στο συλλογικό φαντασιακό υποσυνείδητο. Η μαθητική παρέλαση (στην Ελλάδα αποτελεί μια κληρονομιά της δικτατορίας του Μεταξά), πέρα από απάνθρωπη, είναι και ανήθικη. Στην στρατιωτική παρέλαση συμμετέχουν ενήλικες που έχουν την ευθύνη της συμμετοχής τους, αλλά και που μπορούν να αντισταθούν, έστω και με κυρώσεις. Αντίθετα στη μαθητική παρέλαση παρελαύνουν μικρά παιδιά που δεν έχουν αυτοβούλως αυτή την δυνατότητα. Όσο σίγουροι κι αν είμαστε για την αλήθεια μας, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να βάζουμε ένα παιδί να παρελαύνει, όπως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να το βάζουμε να κηρύττει την οποιαδήποτε δική μας πίστη.

Ποια είναι η άποψή σου, για την συζήτηση των τελευταίων χρόνων σχετικά με τους σημαιοφόρους αλλοδαπούς μαθητές;

Εδώ προκύπτουν δύο θέματα. Το πρώτο είναι ότι ο κάθε μετανάστης πρέπει να έχει τα ίδια δικαιώματα που έχει και ο Έλληνας, και το δεύτερο είναι το δικαίωμα όλων των παιδιών (μεταναστών και γηγενών) στο να μην συμμετέχουν σε τελετουργίες μίσους. Έχω την υποψία, ότι σήμερα αν πάμε σε ένα σχολείο και ρωτήσουμε τα παιδιά αν θέλουν να σηκώσουν τη σημαία, οι περισσότεροι θα πουν ναι. Και οι μετανάστες το θέλουν και για έναν λόγο παραπάνω: έχοντας υποφέρει από τον κυρίαρχο εθνικισμό, θέλουν να αποδείξουν το αυτονόητο: πως δεν είναι παρίες. Εκείνο όμως που πρέπει να διεκδικήσουμε, είναι η κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων όχι γιατί δεν τις θέλουν οι μαθητές, αλλά γιατί δεν δικαιούμαστε να κάνουμε τους μαθητές ιερουργούς σε μια τελετουργία βίας και τρόμου. Όσοι  θέλουν να παρελάσουν για οποιονδήποτε δικό τους λόγο, φυσικά και μπορούν να το κάνουν στο πλαίσιο της ελεύθερης έκφρασης των ανθρώπων, αλλά όχι υπό την σκέπη του δημόσιου σχολείου. Όπως το δημόσιο σχολείο δεν διοργανώνει καμία πορεία για τον ΠΑΟΚ –παρόλο που στα σχολεία της Τούμπας οι περισσότεροι μαθητές είναι μάλλον παοκτσήδες–, έτσι οφείλει να μην εκθέτει δημόσια νέους ανθρώπους ως ελεγχόμενα σώματα σε έναν δρόμο μπροστά από όπλα. Το σχολείο υποτίθεται πως μορφώνει τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, ως μονάδα, πως αντιστρατεύεται την λογική της αγέλης. Η μαθητική παρέλαση είναι μια διαδικασία πέρα για πέρα αντιεκπαιδευτική. Δεν γίνεται να διδάσκεις σε έναν άνθρωπο το να ψάχνει την αλήθεια του δια της έρευνας και του ορθού λόγου, και παράλληλα να του λες: «τώρα γίνε κοπάδι, γίνε μάζα, εκκλησίασμα, κυρίαρχος λαός ή οτιδήποτε άλλο, και περπάτα καμαρωτά μπροστά από εργαλεία θανάτου». Και στο μεταξύ, σε αυτή την αλλόκοτη πασαρέλα, «επίσημοι» και «λαός» θα χειροκροτούν την κατεσταλμένη σου αμφιβολία, τη νίκη του φόβου τους επί της δικής σου ζωής.

Πόσο πιστεύεις ότι επηρεάζεται η ελληνική κοινωνία, από τη δημόσια συζήτηση για την κατάργηση των παρελάσεων;

Σίγουρα, όσοι μιλάνε ενάντια στους θεσμούς του εθνικού κράτους είναι μειοψηφίες. Όμως είμαι μάλλον αισιόδοξος για το μέλλον. Όταν το 1750 ο Ρουσσώ έγραφε ότι όλοι οι άνθρωποιγεννιούνται ίσοι, χλευάστηκε ως γραφικός, ως ιδιόρρυθμος παραδοξογράφος. Σήμερα οι απόψεις του αποτελούν κοινό τόπο: η ισότητα των ανθρώπων, είναι, τουλάχιστον θεωρητικά, καθολικό ζητούμενο για όλο τον δυτικό κόσμο. Έχω την αίσθηση πως σε 100 χρόνια, ή και νωρίτερα, δεν θα υπάρχουν πλέον έθνη – πως η «Εποχή των εθνών» θα είναι μια περασμένη ιστορική περίοδος όπως ο Μεσαίωνας ή η Αναγέννηση. Φυσικά θα υπάρχουν και τότε τελετουργίες μίσους – μα θα εκφράζονται από μιαν άλλη φενάκη, πιθανώς μεταθρησκευτική. Ή θα αποτυπώνουν καθαρά, δίχως προσχήματα πια, την όλο και πιο προφανή σύγκρουση μεταξύ των χορτάτων και των πεινασμένων.

Να μην έχουμε αυταπάτες: η ελληνική κοινωνία, με τον κυρίαρχο ανορθολογισμό της, θα διαφυλάξει τις παρελάσεις ως κόρη οφθαλμού – φαντάζομαι πως οι αυτοαποκαλούμενοι «πατριώτες» λογαριάζουν τον τρόμο τους ως ένα ακόμη χαρακτηριστικό της «ελληνικής ελληνορθόδοξης ιδιοπροσωπίας». Ωστόσο (σε αντίθεση με πολλούς άλλους) πιστεύω πως η παγκοσμιοποίηση, η εξέλιξη της τεχνικής και η διαδικτυακή επανάσταση, καταργούν τα σύνορα, διαχέουν την πληροφορία, εκδημοκρατίζουν την γνώση και φέρνουν τους ανθρώπους κοντύτερα. Ετούτη η πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης νομίζω πως θα καταστήσει τις παρελάσεις (τουλάχιστον όπως τις εθνικές παρελάσεις όπως τις γνωρίζουμε) έναν γραφικό αναχρονισμό δίχως νόημα. Κι αυτό είναι μια βάσιμη ελπίδα.

                (Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή στις 28-10-2006.)

I don’t know just what I feel, but I feel it all tonight.

Νιάτα, η νέα μου διασκευή.

«I don’t know just what I feel, but I feel it all tonight.»

Τα νιάτα είναι το ατελείωτο καλοκαίρι, η ξένοιαστη ανεμελιά, τα καρδιοχτύπια, τα φλερτ, οι μπύρες στο μπαλκόνι, οι ατέρμονες συζητήσεις, το βλέμμα στ’ αστέρια, η απουσία νοσταλγίας.
Στα νιάτα ο πόνος πάντοτε είναι αβάσταχτος μα πάντοτε περνάει γρήγορα ως διά μαγείας. Τα ξέρουμε όλα και τίποτα μαζί, μα δεν μας πειράζει. Μας ανήκουν όλα, το Τώρα είναι για εμάς, και το μέλλον πάντα αργεί.
Τα όνειρά μας δεν μάς προδίδουν ποτέ.

Σας εύχομαι αυτή την διάθεση να μην την διώξετε ποτέ, όσες εμπειρίες κι αν σας έρθουν. Είναι πολύτιμη.

It’s not so worth getting all bent out of shape about
I turn my back on it and next you know it’s all wrung out
Do you want to step outside or do you want a ride
I don’t know just what I feel but I feel it all tonight

I give it all in these hours that we set aside
I know I’m feeling grief but that’s because my heart’s so tired
Don’t wanna dream, thinking all our thoughts are only true
We’ve got enough to spare cause we’re awake through half our youth