αμάν, αμάν.

Αμάν, αμάν ωχ, αμάν

είναι πικρός ο θάνατος αμάν, αμάν, αμάν

-Γεια σου Συριανάκι, γεια σου!

αμάν, αμάν μα είναι και ησυχία, αμάν, αμάν αμάν, αμάν
μα είναι και ησυχία γιατί γλιτώνει το κορμί

αμάν, αμάν, αμάν αμάν, αμάν
γιατί γλιτώνει το κορμί από την τυραγνία
αμάν, αμάν, αμάν

-Να μου ζήσεις, Μάρκο μου!

Advertisements

όλα τα φυλλοκάρδια μου, βρ’ αμάν αμάν και το κορμί μου το λιώνεις.

Τα μαγεμένα μάτια σου
μελαχρινή κυρά μου

μ’ έριξαν τις ελπίδες μου, βρ’ αμάν αμάν
και τη φτωχή την καρδιά μου

μ’ έριξαν τις ελπίδες μου, βρ’ αμάν αμάν
και τη φτωχή την καρδιά μου

με μάγεψαν και δεν μπορώ
και μέσα μου πληγώνεις

όλα τα φυλλοκάρδια μου, βρ’ αμάν αμάν
και το κορμί μου το λιώνεις

όλα τα φυλλοκάρδια μου, βρ’ αμάν αμάν
και το κορμί μου το λιώνεις

για σένα τι υπόφερα
στην έρημη ζωή μου

πόσα φαρμάκια και καημούς, βρ’ αμάν αμάν
μού ‘βαλες στο κορμί μου

πόσα φαρμάκια και καημούς, βρ’ αμάν αμάν
μού ‘βαλες στο κορμί μου

-Γεια σου Μάρκο μου, λεβέντη!

μού ‘χεις ανάψει πια φωτιά
και καίγουμ’ ολοένα

τα έρημά μου τα σωθικά, βρ’ αμάν αμάν
μου τά ‘χεις πληγωμένα

τα έρημά μου τα σωθικά, βρ’ αμάν αμάν
μου τά ‘χεις πληγωμένα

vamvakaris708

μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου.

Πότε μες τα κίτρινα ντυμένη σε κοιτάζω
το λυγερό σου το κορμί κάθουμαι και θαυμάζω
που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου
αχ μαυρομάτα μου τσαχπίνα κλωστηρού μου

Κόκκινα σαν βάλεις αδελφούλα
πως ήθελα να σ’ έβρισκα μέρος που να `χει ζούλα
μπλε όταν φορέσεις πως μ’ αρέσεις
και τη καρδιά μου κλωστηρού μου έχεις κλέψει

Πότε μες τα κίτρινα ντυμένη σε κοιτάζω
το λυγερό σου το κορμί κάθομαι και θαυμάζω
που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου Ι
αχ μαυρομάτα μου τσαχπίνα κλωστηρού μου

Κόκκινα σαν βάλεις αδελφούλα
πως ήθελα να σ’ έβρισκα μέρος που να `χει ζούλα
μπλε όταν φορέσεις πως μ’ αρέσεις
και τη καρδιά μου κλωστηρού μου έχεις κλέψει

markos-vamvakaris

Συναχωμένος μου ‘’ρχεσαι.

το 1000ό post στο blog είναι Μάρκος.
άντε και στην επόμενη χιλιάδα.

Συναχωμένος μου ‘ρχεσαι, αμάν, αμάν, μουρμούρη μ’από πέρα
και μεσ’στα χέρια σου κρατάς, συνάχη μου, μιά δίκοπη μαχαίρα.

Με ποιόν τα ‘χεις, συνάχι μου, αμάν, αμάν και πας να καθαρίσεις
τη ιδική σου θίξανε και πας να εγκληματίσεις.

Κοίτα καλά συνάχι μου, αμάν, αμάν, που πάντα ξεσπαθώνεις,
εκεί π’ανακατέβεσαι, συνάχη μου, μπέσα ποτέ μη δώκεις.

Το πουλασιλίκι σου, αμάν, αμάν και πάψε το συνάχι
και δεν ανακατέβομαι, συνάχη μου, σε οτι κι αν σου λάχει.

Συναχωμένος μου ‘ρχεσαι, μουρμούρη μου, μάγκα μου από πέρα
και μεσ’στα χέρια σου κρατάς, συνάχη μου, μιά δίκοπη μαχαίρα.

Ηχογραφήθηκε 1934. Σύνθεση κι ερμηνεία του Μάρκου Βαμβακάρη. «Συνάχης» είναι ο μουτρωμένος, ο θυμωμένος αλλά και ο μαστουρωμένος. Ο Νέαρχος Γεωργιάδης στο βιβλίο του «Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα» υποστηρίζει πως το τραγούδι αυτό το έγραψε ο Μάρκος θέλοντας να σατιρίσει το Νίκο Μάθεση με τον οποίον ήταν στα «μαχαίρια». Ορχήστρα με μπουζούκι, κιθάρα και κομπολόι σε ποτήρι. Δίσκος HMV AO 2185.

Μα η φωτιά είναι φωτιά, μα η φωτιά είναι λαύρα.

Μηχανικός στη μηχανή
και ναύτης στο τιμόνι
κι ο θερμαστής στο στόκολο
με τις φωτιές μαλώνει.

Αγάντα θερμαστάκι μου,
και ρίχνε τις φτυαριές σου
μέσα στο καζανάκι σου
να φτιάξουν οι φωτιές σου.

Κάργα ρασκέτα και λοστό
τον Μπέη να περάσω
και μες του Κάρντιφ τα νερά
εκεί να πάω ν’ αράξω.

Μα η φωτιά είναι φωτιά,
μα η φωτιά είναι λαύρα
κι η θάλασσα μου τα ΄κανε
τα σωθικά μου μαύρα.