Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει.

Οι στίχοι μας πάνε πολύ παλιά, στη διαμάχη ολιγαρχικών και δημοκρατικών στην αρχαία Αθήνα, μια διαμάχη που έχει ξεθωριάσει με την πάροδο των αιώνων και σήμερα έχει ξεφτίσει στον ισοπεδωτικό και άχρωμο όρο «ο χρυσούς αιών του Περικλέους», που χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε την εποχή εκείνη δημιουργώντας έτσι έναν αχταρμά από ονόματα και γεγονότα, που έρχεται να φουσκώσει την ανιστόρητη και απολίτικη υπερηφάνεια των νεοελλήνων για τους προγόνους τους. Η διαμάχη ξεκινάει ήδη από τα θριαμβευτικά χρόνια της δημοκρατίας, με δυο αντίπαλα στρατόπεδα να συγκρούονται στο στίβο της διανόησης. Από τη μια, οι ολιγαρχικοί με τον Σωκράτη και τους μαθητές του, Πλάτωνα, Ξενοφώντα, Αριστοτέλη, Ισοκράτη, και από την άλλη οι διανοούμενοι της δημοκρατίας Αισχύλος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Σοφοκλής, Αριστοφάνης, οι Σοφιστές, ο Δημοσθένης.
Με το Δημοσθένη βρισκόμαστε στην τελευταία πράξη αυτής της διαμάχης που τελείωσε με την ολοκληρωτική ήττα των δημοκρατικών. Οι ολιγαρχικοί είχαν τώρα έναν ισχυρό, εξωτερικό σύμμαχο, τον Φίλιππο της Μακεδονίας, που υπέτασσε μια μια τις δημοκρατικές πόλεις που του αντιστέκονταν, με την Όλυνθο να έχει την πιο καταστροφική μοίρα. Έτσι, σε μια Αθήνα όπου οι ολιγαρχικοί κέρδιζαν ολοένα έδαφος και προέτρεπαν, μέσω του Ισοκράτη, τον Φίλιππο να έρθει να καταλάβει την πόλη τους, ο αγώνας του Δημοσθένη ήταν μάταιος. Ήταν και μοναχικός – μόνος αυτός να υπερασπίζεται τις αξίες και τα ιδανικά της πατρίου πολιτείας των Αθηναίων, της Δημοκρατίας. Έτσι, ο Δημοσθένης φαντάζει τραγικός ήρωας, του οποίου ο αγώνας είναι καταδικασμένος να αποτύχει, μεγαλειώδης όμως για τις ιδέες που υπερασπίζεται.
Στους στίχους του Σαββόπουλου όλη αυτή η προϊστορία εμπλουτίζεται με την εμπειρία του πολιτικού κρατούμενου που στα χρόνια της Δικτατορίας φυλακίζεται, για να διαπιστώσει με την αποφυλάκισή του ό,τι όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκε δεν υπάρχουν πια. Ταυτίζεται και με τον Έλληνα της Μεταπολίτευσης του οποίου τα οράματα για τη δημοκρατία προδόθηκαν – αίσθηση που μοιραζόμαστε κι εμείς σήμερα, στην κατάντια του ελληνικού κράτους που τώρα ζούμε. Ο ιδεολόγος όμως στέκεται μοναχικός και μεγαλοπρεπής, σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα, που δέχεται το τέλος του με αξιοπρέπεια –αξιοπρέπεια που πηγάζει από τη βεβαιότητα για την ορθότητα των ιδεών του και από το γεγονός του ό,τι τους έχει μείνει πιστός.

Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει
οι δρόμοι θα `ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ

%ce%b2%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%bf_%cf%88%cf%89%ce%bc%ce%b9

Advertisements

Το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, 1983!

25-7-1983.

Το καλοκαίρι του 1983 εκατό χιλιάδες άτομα, με προεξάρχοντα τον Λουκιανό Κηλαηδόνη μαζεύτηκαν στην πλαζ του ΕΟΤ και πέταξαν από πάνω τους τη σοβαροφάνεια της μεταπολίτευσης..

Συμμετείχαν : Σαββόπουλος, Κηλαηδόνης, Νταλάρας, Βαγγέλης Γερμανός, Αφροδίτη Μάνου, Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Λία Βίσση , Μαντώ, .. Στα όργανα οι Three and the Koukos Band, η Νέλη Σεμιτέκολο, η Μαντολινάτα του Φώτη Αλέπορου και η Big Band του Λουκιανού.

kilaidonis_3

kilaidonis_4

kilaidonis_2

Ετοιμάζοντας τις αναμνήσεις του μέλλοντός τους.

Στη δροσιά μιας αναπάντεχης, πολύχρωμης βροχής
κάτω απ’ το φως του διαλυμένου φεγγαριού
θα τραγουδάμε ξαφνιασμένοι το τέλος της αρχής
με μελωδίες του παλιού καλού καιρού

Σε πολιτείες σκοτεινές κάτω απ’ τη γη
καθώς η άνοιξη δε θα `ρχεται, θα αργεί
θα ερωτευόμαστε ο ένας τη σκιά του αλλουνού
θα `μαστε οι λίγοι οι εκλεκτοί και οι τυχεροί!

Ζήτω οι βόμβες κύριοι!
Ζήτω το καλοκαίρι!

trypes-33

Ήταν μέρες φοβερές, η Μακρόνησος που λες.

Δεν έχει τι, δεν έχει πώς
Της ταινίας μας το φως
Μια κηλίδα μόνο σκάει
Και το καίει και το γυρνάει

Την ελένε Μακρονήσι
Ο λαός έχει νικήσει
Σκάει αλυσιδωτός
Μες το αίμα του παντός

Προδοσίες και ψευτιές
Και μουρλές πολιτικές
Όποιος λύγισε εκεί
Λέω για πάντα έχει σωθεί
Όχι που είναι στη ζωή
Μα που υπόφερε πολύ

Τέτοιο φως που αιμορραγεί
Θέλω να αναστηθεί
Με το τι και με το πώς
Σαν καρκίνος θα με τρως

Ξέρω ανθρώπους σαν και σας
Που μου λεν μην τα ρωτάς
Γύρω στο ’48
Πέρασα από ‘κεί και ’γώ
Ήταν μέρες φοβερές
Η Μακρόνησος που λες

Κι όμως τώρα που και γω είμαι κει
Μες το φιλμ του Παντελή
Νιώθω πρώτη μου φορά
Τι σημαίνουν όλα αυτά

Νιώθω άλλος κι άλλη μια
Χαιρετώ με την γροθιά
Δεν έχει τι, δεν έχει που
Στις οθόνες του λαού

savvo3

Σκέψεις του Φοίβου Δεληβοριά γύρω από το τελευταίο live του Σαββόπουλου στο Gagarin.

537561_10151190787597113_1726170086_n

Τα παρακάτω προέρχονται από τη επίσημη σελίδα του facebook του Φοίβου Δεληβοριά σχετικά με το 2ημερο live του Διονύση Σαββόπουλου στο gagarin (8-9 Μαρτίου 2013):

«Ακούω πως ο Σαββόπουλος έκανε δύο σπουδαίες συναυλίες στο Gagarin. Δεν μπόρεσα να πάω δυστυχώς, λόγω της περιοδείας. Φίλοι που ήταν εκεί, μου λένε πως δεν υπήρχε ίχνος της ανασφάλειας, της γλυκερότητας, ή του γνωστού φιλοσοφικού μανιχαϊσμού, που έχει απλωθεί για πολλά χρόνια τώρα πάνω στη δημόσια παρουσία και σκέψη του μεγάλου καλλιτέχνη-και τον έχει φυλακίσει και στη γνωστή, πικρά ομολογημένη απ’τον ίδιο, δημιουργική αδράνεια. Στενοχωρήθηκα που το έχασα. Ακόμα, όμως, περισσότερο, στενοχωρήθηκα που το επίπεδο της αρνητικής κριτικής προς τη συναυλία έγινε με όρους κατηχητικού και ιδεολογικής καθαρότητας.

Δεν είμαι υπέρ του απυρόβλητου, φυσικά. Η κριτική ενός έργου πρέπει να είναι αυστηρότατη, να γίνεται όμως μόνο με καλλιτεχνικά κριτήρια, ποτέ με ιδεολογικά. Έχουμε απόλυτη ελευθερία –και υποχρέωση, όσοι σκεφτόμαστε- να κρίνουμε ιδεολογικά τις πολιτικές που διαφημίζει αυτοκλήτως κάθε τόσο ο Σαββόπουλος , την υπουργοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη ή του Θάνου Μικρούτσικου, τον συναγελασμό των περισσοτέρων –φευ- επιφανών καλλιτεχνών μας (είτε δηλώνουν «αντισυστημικοί» είτε όχι) με φαιδρά και ασήμαντα μεγέθη της πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας. Το να μας επηρεάσουν, όμως, τα παραπάνω τις στιγμές της ακρόασης ενός τραγουδιού ή της ανάγνωσης ενός ποιήματος, είναι καθαρός βιασμός του πώς λειτουργεί το πνεύμα.

Γινόμαστε ίδιοι μ’αυτούς που εμπόδισαν την παράσταση στο Χυτήριο γιατί ενόχλησε την πίστη τους και μ’αυτούς που έκοβαν τα πέη από τ’αγάλματα γιατί δεν το άντεχε η άμεμπτη ηθική τους. Η Τέχνη –και τα καλά που κουβαλάει μαζί της- ανήκει σε όλους, όχι μόνο στους ομοϊδεάτες των καλλιτεχνών. Αλλιώς κανένας αριστερός δεν θα έπρεπε να βλέπει ποτέ Χίτσκοκ ή να ακούει Βαμβακάρη και κανένας δεξιός ν’ακούει Clash ή Θεοδωράκη. Όλοι θα ήμασταν καλά παιδάκια μέσα στο κοπάδι μας, χωρίς κανένα περιθώριο να σηκωθούμε από την κοινή μας φτώχεια.

Η εποχή είναι τραγική, η εγκληματική επιπολαιότητα –και η κατευθυνόμενη ανηθικότητα- των πολιτικών μας εξουσιών, διέλυσαν τους πιο αδύναμους από μας, εξουθένωσαν υλικά και πνευματικά την κοινωνία μας (κι αυτό πολύ πριν από την κρίση). Τα όσα δημιούργησε ο ελληνικός πολιτισμός απ’το ’45 και μετά είναι τα μόνα δώρα που μπορούν ακόμα να μας βοηθήσουν να σκεφτούμε καθαρά και να υψώσουμε ένα ανάστημα απέναντι στο απειλητικό αύριο.

Το Σαββοπουλικό έργο είναι σημαντικότατος –και αναπόσπαστος- καθρέφτης του τι καταφέραμε όλοι μας να κρατήσουμε ζωντανό όλα αυτά τα χρόνια. Ας το δεχτούμε με ευγνωμοσύνη και ελεύθερο κριτήριο, όσο έχει τη δύναμη να μας χαρίζεται ζωντανό- κι ας διαφωνούμε όσο θέλουμε με τον ίδιο το δημιουργό του. Αύριο-μεθαύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα. Το αν θα γίνει μέρα μισαλλόδοξων χριστιανοσταλινοφασιστών που θα λογοκρίνουν ο ένας τον άλλoν ή μέρα ελεύθερα σκεπτόμενων και –υγειώς αυτή τη φορά- δημοκρατικών ανθρώπων είναι στο δικό μας χέρι και μόνο. «

Συμφωνώ απόλυτα με τον Φοίβο, ειδικά στο σημείο που αναφέρει ότι «το να μας επηρεάσουν, όμως, τα παραπάνω [μιλώντας για πολιτικές απόψεις, πράξεις των δημιουργών] τις στιγμές της ακρόασης ενός τραγουδιού ή της ανάγνωσης ενός ποιήματος, είναι καθαρός βιασμός του πώς λειτουργεί το πνεύμα».
Ο άνθρωπος σίγουρα είναι πολύπλευρος και πολλές φορές δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσουμε τις στιγμές και τα πλαίσια μιας κατάστασης, αλλά το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε το έργο ενός καλλιτέχνη, αλλά ταυτόγχρονα να καταδικάζουμε τις πολιτικές επιλογές του.
Νιώθω ότι στην περίπτωση Σαββόπουλου, πολλοί ένιωσαν ότι «προδόθηκαν» όταν περνώντας τα χρόνια, είδαν πολιτικές αλλαγές στις απόψεις του δημιουργού -ειδικά στην περίπτωση Μητσοτάκη-, και ένιωσαν σαν να τους κορόιδευε τόσα χρόνια και άρχισαν τον πόλεμο εναντίον του.

Αλλά ας σκεφτούν πρώτα πού πηγάζει αυτό το αίσθημα τις προδοσίας. Μήπως ψάχνουν σε ένα πρόσωπο όλα τα αγαθά του κόσμου και δεν τους αρκεί αυτό που βλέπουν και τους προσφέρεται? Μήπως φτιάχνουν φαντασιακούς ήρωες και τροβαδούρους του λαού με αποτέλεσμα στο τέλος να απογοητεύονται και να απορρίπτουν όλο τον άνθρωπο πίσω από τη μουσική? Μήπως έχουν επενδύσει υπέρ του δέοντος στα πολιτικά φαινόμενα -με όρους φανατικούς και σχεδόν γηπεδικούς- ώστε να φτάνουν σε σημείο να φορτίζονται σε τέτοιο βαθμό συναισθηματικά ώστε να μην μπορούν να διαχωρίσουν το έργο από τον καλλιτέχνη?
Μήπως ψάχνουν οδηγητές και αρχηγούς παρά ανθρώπους που κάνουν αυτό που μπορούν και πολλές φορές αυτό είναι υπεραρκετό?
Σαν τελευταία σκέψη, ας μην ξεχνάμε ότι η απογοήτευση προέρχεται πολλές φορές από μια λανθασμένη εκτίμηση καταστάσεων, και όχι τόσο από το μη επιθυμητό τελικό αποτέλεσμα.

Τέτοιοι δημιουργοί όπως ο Σαββόπουλος, που βάζουν τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα στα τραγούδια τους, ‘πρέπει’ να μιλάνε και εκτός τραγουδιών. Είναι η ‘κατάρα‘ που τους έλαχε, το τίμημα της προσφοράς τους. Γεγονός που μπορεί να τους οδηγήσει αρκετές φορές σε λάθη, όπως και τον κάθε άνθρωπο.
Γενικά μιλώντας, ας σκεφτούμε ποιος είναι τελικά ο ‘ανάξιος’ της υπόθεσης.
Αυτός που δεν δέχεται το δώρο γιατί του βρωμά το χέρι που του το προσφέρει ή ο δωρητής που δεν πλύθηκε πριν κάνει το δώρο του? (με μία επιπλέον βασική επιφύλαξη στην προηγούμενη ερώτηση, στο αν πραγματικά υπάρχει η βρώμα ή απλά εμείς νομίζουμε ότι τη μυρίζουμε).

Το τελευταίο που έχω να πω, είναι ότι εκτός της γενικότερα πανέμορφης βραδιάς του live στο Gagarin, νιώθω τυχερός που παρακολούθησα ζωντανά ολόκληρο τον Μπάλλο του Διονύση Σαββόπουλου, μιας και δεν περιορίστηκε σε απόσπασμά του -σαν να το ζητά η τωρινή μας εποχή.

Μήπως το γεγονός ότι στο live παρουσιάστηκε ολιγομίλητος, δείχνει ότι είχε όλα τα παραπάνω στο μυαλό του?
Ίσως.
Η μόνη κουβέντα που είπε είναι ότι το μόνο που άλλαξε τόσα χρόνια, αναφερόμενος στην ‘Παράγκα‘ του, είναι μόνο ότι η εφημερίδα πια δεν κάνει μιάμιση δραχμή, αλλά ενάμιση ευρώ.

Τροφή για σκέψη και διαλεκτική.

..κάνοντας το τοπίο να μεγαλώνει.

χρόνια πολλά.

Έρμος και βαρύς στο μονοπάτι
με το σακούλι άδειο κι ένα μωρό στην πλάτη

Γυρνάω σαν τα φίδια και σαν τ’ αγριοπούλια
και πίσω απ’ το βουνό ακούω νταούλια

Και βλέπω την κοιλάδα μες το λιοπύρι
και βλέπω το χωριό να ‘τοιμάζει πανηγύρι

Δίνω μια τρεχάλα ψηλά απ’ τους λόφους
να φτάσω στους μπαχτσέδες και στους ανθρώπους

Τον ξέρω αυτόνα το χορό
και αυτή τη λάμψη τη στενή μες στον καθρέφτη
την έχω ξαναδεί
γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή
και χαιρετώ σας και φιλώ σας
όντα μικρά χρωματιστά
μες στον καθρέφτη κλειδωμένα.

Το ξέρω αυτό το βουητό
μες από στρογγυλές στοές
κι από πηγάδια σκεπασμένα
μες από δάση μυστικά
προϊστορικά
βαθιά στον πάγο φυλαγμένα
Έρχεται καταπάνω μου και με τυλίγει
φέρνω το δάχτυλο στα χείλη.
Σσς, σσς.

Τι τρέχει;
Έγινε κατολίσθηση κι έπεσε κάνας βράχος;
Τα πλήθη ουρλιάζουν στις κερκίδες
ντέφια νταούλια κρόταλα χτυπολογούν στο βάθος.

Ανηφορίζουνε πομπές και μπαίνει ο μέγας τράγος
ο πρωταγωνιστής, μ’ ένα πριόνι.
Φοράει ντενεκεδένιο στέμμα κι ένα ζευγάρι παρωπίδες
ραντίζει με αίμα τις πέτρινες κερκίδες
κάνοντας το τοπίο να μεγαλώνει.

Ωχ, πηδώ χοροπηδώ
κι έχω ένα τσίρκο ηλεκτρικό
μες στο μυαλό μου
μες στο μυαλό μου που έχει όρια
και μια ελευθερία ζόρικια
αλίμονο μου.

Φίδι πίθηκος κι αϊτός
με το δείπνο το μεγάλο
θα τελειώσουμε το μπάλλο
φίδι πίθηκος κι αϊτός.

Αεω, αεηου
Ελευθερία ή θάνατος
ο κόσμος είν’ αδιάβατος
κι ο χορός μου κάνει κύκλο
και με κλείνει από παντού.

Ήρθαν γύρω από την κρήνη
ένα τσούρμο θεατρίνοι
πήγα να τους δω κι εγώ
κι είδα μόνο τον αρχηγό τους
ματωμένο ξαπλωμένο
μες στο έρημο χωριό.

Σε τούτα τα Βαλκάνια σε τούτον τον αιώνα
συνάντησα τους φίλους μου μια νύχτα του χειμώνα,

Καθόντουσαν αμίλητοι σε κάτι βράχια
και σαν με είδαν να ’ρχομαι γουρλώσανε τα μάτια,

Γιατί όλο τούτο τον καιρό μ’ είχαν για πεθαμένο
και πίνανε γλυκό κρασί ψωμάκι σιταρένιο.

Κι αφού με καλωσόρισαν κι αφού με βαρεθήκαν
κατάλαβαν την φάρσα μου και μ’ αρνηθήκαν.

Άσε τα θαύματα την μάσκα πέταξε
Εδώ είναι Βαλκάνια δεν είναι παίξε-γέλασε.

Μοιράζω το ψωμί σας δίνω το παγούρι
στα μάτια σας κοιτάζω και λέω ένα τραγούδι.

Και το τραγούδι λέει πως παίρνω την ευθύνη
πως είμαι αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι.