Αμοργός.

DSC_0003 1

DSC_0010

DSC_0363 1

DSC_0373

DSC_0388

DSC_0424 1

DSC_0537 1

DSC_0754 1

DSC_0399

DSC_0403

Advertisements

Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Ἔρως.

DSC_0168

Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Ἔρως, καὶ ὁ Ἔρως ἦν πρὸς τὸν Ὀργασμόν, καὶ Ἔρως ἦν ὁ Ὀργασμός.

τίποτα δε μιλά για εμάς μα εμείς αφουγκραζόμαστε.
όλα δονούνται.
όλα ερωτεύονται.
η έξαρση δεν αργεί.
ο τοξοβόλος εξακοντίζει το υγρό πυρ του και καίει τα θεμέλια της ομορφιάς.

η ομορφιά είναι γένος θηλυκού σαν γλυκιά ηδυπαθής αναδυόμενη Αφροδίτη
με ξανθά μαλλιά
μάτια κυανά
χαμόγελο κοκκινωπό
που κρατά στα χέρια της δύο μικρά κορίτσια
νύμφες του ήλιου αγκαλιασμένες με ασύνειδη διέγερση
και ένα ηλιοκαμένο αγόρι όρθιο ανάμεσα στις κόρες να κοιτάζει τον Ουρανό
όπου με περίλαμπρη λάμψη ξεχωρίζει ο Ωρίων
ωραίος και τεράστιος
ιμερικός και άδολος
ευγενής και άσεμνος

Πέραν της τιμωρίας
Πέραν των συμβάσεων
Πέραν των ενοχών
Πέραν της ηθικής
Πέραν των λέξεων
Πέραν των απαγορεύσεων
Πέραν του καλού και του κακού

Εκεί.
Στο Άπειρο της Ηδονής.

συγκινητικό καλοκαίρι.

Σαν με κοιτάς
ηλιοβασίλεμα στα μάτια σου, φωτιά
καίγομαι μέσα στη δική σου τη ματιά
λιώνω σαν φλόγα την αυγή σαν με κοιτάς.

Σαν με κρατάς
είναι τα μπράτσα σου μια θάλασσα πλατιά
που μέσα χάνομαι και πνίγομαι βαθιά
μες στα μαβιά της τα νερά σαν με κρατάς.

Μη μου μιλάς
νιώσε στα στήθη μου τους κτύπους της καρδιάς
μες στην παλάμη μου το ρίγος της νυχτιάς
να μ’ αγαπάς, να μ’ αγαπάς, να μ’ αγαπάς.

Και σ’ αγαπώ
δεν έχω τίποτ’ άλλο, τίποτα να πω
το καλοκαίρι αυτό θα σβήσω, θα χαθώ
άσε με απλά να σ’ αγαπώ, να σ’ αγαπώ.

Πέρασες τόσες βροχές για να ‘ρθεις σε ‘μενα
φέρνοντας χούφτες με φως να νιφτώ
Πέρασα τόσες ζωές για να βρω εσένα
μεσ’ τη ζεστή σου αγκαλιά να κρυφτώ.

Τόσα καλοκαίρια
μου ‘χαν φύγει από τα χέρια
τόσα καλοκαίρια που δεν σ’ αγαπούσα
ρώταγα τι φταίει
για το στόμα μου που καίει
τώρα ξέρω πως τα χείλια σου ζητούσα.

Άπλωσες τα χέρια
και γυρνούν τα καλοκαίρια
και με φέρνουν να βρεθώ κοντά σου
σε θέλω, σε θέλω, σ’ αγαπώ

όταν η θάλασσα αναπνέει.

01610003

τα κύματα σου με χαϊδεύουν, με νανουρίζουν.
οι παφλασμοί των σκέψεών σου είναι η ουτοπία της αυγής μου.
-στο ηλιοβασίλεμα γεννήθηκαν και ταξίδεψαν σε άγνωστες αβύσσους-
τα κοχύλια πάντα θα μου δίνουν τη θάλασσα στα αυτιά μου, χωρίς τον καρχαρία που διψά για το αίμα του χορευτή της τελευταίας παράστασης των κύκνων.
ο ήλιος πετά από πάνω μας.
και μας δροσίζει με τη φωτιά του.
και χορεύουμε κι εμείς, σε μια τρελή αμμουδιά με τρελά παιδιά και τρελά όνειρα.
ποιος μπορεί να μας στερήσει αυτό το καλοκαίρι?
γελάμε.
παίζουμε.
ερωτευόμαστε.
και βουτάμε στα αλατισμένα νερά με κλειστά τα μάτια.
φιλιόμαστε.
υπάρχουμε σε ένα κενό που γεμίζει από στιγμές και ερημικές οάσεις συναισθημάτων.
υπάρχουν οι νότες – τις βλέπεις ή μόνο τις ακούς?-
υπάρχει το τέλος
υπάρχει η αρχή
και ναι, υπάρχεις εσύ.
πουθενά, κάπου, παντού.

μην αργείς.
το καλοκαίρι μας είναι εδώ.
το καίμε μαζί?

when the summer’s gone, where will we be?

καλοκαίρι!
πότε τελειώνει?
summer’s almost gone ψιθυρίζει ο τζιμάκος, αλλά -ελπίζω- δε τελειώνει ποτέ.

για τον καθένα είναι κάτι διαφορετικό.
αλλά για όλους είναι το καλοκαίρι τους.

με τα λιωμένα παγωτά τους.
τα ούζα τους. τα ξενύχτια τους. τα φιλιά τους.
τις υποσχέσεις τους.
τις στιγμές τους.

οι φίλοι.
η κοπέλα.
το αγόρι.
ο ήλιος. η ζέστη. οι αμμούτσες.
το νερό.
οι βουτιές.
τα χαμόγελα.
οι φωτογραφίες.
και…το πλοίο που όλο φτάνει.

I spend my Saturday nights alone,
Nothin’ to do just sit at home,
This town’s gettin’ dead, nowhere to go,
They closed the dance and I’ve seen – the show,

Summer, – it’s comin’ again
Summer, – with me and my friends
Summer, – the date and the beach,
Summer, – within – my reach.

Summer has gone and I’m all alone,
Think I’ll just go on back home,
This town’s gettin’ deader than before,
No place to go and I’m all – alone,

Summer has gone and I’m all alone,
Think I’ll just go on back home,
This town’s gettin’ deader than before,
No place to go and my bird has flown – yeah
Συνέχεια