αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.

50 χρόνια από το Φορτηγό.
Εμείς πού θα βρισκόμαστε τότε;

Τη νύχτα αυτή η αστυνομία
μάζεψε τους αλήτες απ’ το πάρκο
πλάκωσε το εκατό
κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα.
Φύγε φύγε όσο έμεινε καιρός
γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα
πώς βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός
και το στόμα σου φαρμάκι απ’ τα τσιγάρα
το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός
μια διαδήλωση κοιτάς πίσω απ’ τα τζάμια.

Από όλα τα τραγούδια
αγαπούσα πιο πολύ τα λαϊκά
η ζωή μου έχει αλλάξει
κι έτσι τώρα δεν με ζαχαρώνουν πια
το κλειδί βάζω στην πόρτα για να μπω
το δωμάτιο είναι κρύο και παλιό (στενό)
όταν πέφτει το βραδάκι τι να πω
σε θυμάμαι με το πράσινο παλτό.

Όταν πέφτει το σκοτάδι
στα υπόγεια τα ρεύματα βουίζουν
την αλήθεια ποιος θα μάθη
ένορκοι πληρωμένοι θα με κρίνουν
η ζωή μου έχει γεμίσει μυστικά
στους διαδρόμους ψευδομάρτυρες καπνίζουν
και οι φίλοι με κερνούν ναρκωτικά
και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι.

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου, Αλέξη πες μου αν με θυμάσαι
το καλοκαίρι έχει τελειώσει
από καιρό έχει τελειώσει τι ζητάς;
στην παραλία τα καφενεία είναι κλειστά
κι είν’ η θάλασσα βρώμικη και σάπια
οι μετανάστες ξαναγύρισαν εδώ
νικημένοι φύγαν (τρομαγμένοι φεύγουν) απ’ τη Γερμανία
την καρδιά μου στους σταθμούς την τυραννώ.

Μην κυττάς τους στρατιώτες
που μοιράζουν καραμέλες στα παιδιά
(στα δημόσια ουρητήρια σοβαροί)
μου θυμίζουνε εικόνες (επεμβάσεις)
μου θυμίζουνε σκηνές απ’ το Βιτενάμ (δυσκολίες Ι.Χ.).
Την θυμάμαι έναν κάμπο να διαβαίνει
στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει
η ομορφούλα (συννεφούλα) μου κερδίζει το παιχνίδι
τώρα στα χέρια της κρατάει το λεπίδι (ψαλίδι)
κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή.

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω
τα ορφανά μου που κρυώνουνε
με κάνουν πιο πολύ αριστερό
(μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό).
Πού ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει
όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό
στο διάδρομο είχα δει ένα νεκρό
οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία
βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία.

Η μποτίλια έχει αδειάσει
του Μπρένταν Μπήαν (μπάρμπ’ Αλέξανδρου) η μποτίλια έχει αδειάσει
κι απ’ το πάρκο μέχρι εδώ
η σειρήνα τού εκατό ακούς ουρλιάζει.
Το δωμάτιο είναι κρύο και παλιό (στενό)
κι ο Μπομπ Ντίλαν (Τσιτσάνης) μ’ ένα έι (γιάλα) με προγκάρει
αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά
δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να την ψάξεις (μου δώσης)
αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά
όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.

Πηγή

1101839_a_lifo_savvopoulos_8

Συννεφούλα, συννεφούλα να γυρίσεις σου ζητώ!

ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ!

Είχα μια αγάπη, αχ καρδούλα μου,
που ‘μοιαζε συννεφάκι, συννεφούλα μου.
Σαν συννεφάκι φεύγει ξαναγυρνάει
μ’ αγαπά τη μια την άλλη με ξεχνάει.

Κι ένα βράδυ αχ καρδούλα μου
διώχνω ξαφνικά τη συννεφούλα μου.
Δεν αντέχω άλλο πια να με γελάει
μ’ αγαπάει τη μια την άλλη με ξεχνάει.

Κι έρχεται ο Απρίλης αχ καρδούλα μου
να κι ο Μάης συννεφούλα μου.
Δίχως τραγούδι, δάκρυ και φιλί
δεν είναι άνοιξη φέτος αυτή.

Συννεφούλα, συννεφούλα να γυρίσεις σου ζητώ
και τριγύρνα μ’ όσους θέλεις κάθε βράδυ.
Δεν αντέχω άλλο να ‘μαι μοναχός
μ’ αγαπάς τη μια κι ας με ξεχνάς την άλλη.

ΡΟΝΤΕΟ 1969 ΒΒΒΒΒ sabbopoulos

ποια αγάπη περιμένεις να καθρεφτιστεί?

Κάθε φορά που θα ‘ρθω, θα ‘ρθω στο νησί
που άνεμοι το χτυπούν σκληρά όλο το χρόνο
υπάρχει πάντα κάτι τόσο τόσο απλό
που μόνο εδώ το βρίσκω πάλι εδώ μόνο

τις νύχτες της παρέας με γλυκό κρασί
πάνω στη χώρα ή κάτω κάτω στο λιμάνι
βλέπω ξανά όλα τα’ αστέρια καθαρά
στον ουρανό χιλιάδες πάνε πυροφάνι
ναι στον ουρανό χιλιάδες πάνε πυροφάνι

Στη μεγάλη την πόλη την απάνθρωπη όλοι
δεν τα βλέπουμε πια τα’ αστεράκια ψηλά
με σκυμμένα κεφάλια, ναυαγοί στα μπουκάλια
πες μου τι ψάχνουμε τρελοί μες στα τυφλά
και πόσα χάνουμε πόσα πολλά

μη μου κλείνεις τα μάτια με τα χέρια
σ’ αγαπάω μα πάω να δω τα’ αστέρια

και τι αστέρι θέλεις πια να γεννηθεί
Σ’ αυτή τη γη που ‘χει χωρίσει απ’ τη φύση
ποια λάμψη να ‘χει έλα πες και ποια αντοχή
που να μπορεί τον ψεύτη χρόνο να νικήσει

πάνω στην τρεις φορές καμένη τούτη γη
που ούτε ουρανό ούτε μια θάλασσα δε βλέπει
ποια αγάπη περιμένεις να καθρεφτιστεί
που προσευχή και θαύμα θαύμα να επιτρέπει
που προσευχή και θαύμα θαύμα να επιτρέπει

σαββ

ως πότε πια κανείς να ζει μες στη ρουτίνα.

Μέσ’ τη ζωή μας την πεζή,
ως πότε πια κανείς να ζει μες στη ρουτίνα.
Τα χρόνια ρίχνουν στα μαλλιά μας την πλατίνα
και η ζωή μας σα μια ξένη μας κοιτά.

Ελα να φύγουμε μαζί, ωσπότε τ’ όνειρο θα ζει,
έλα να φύγουμε προτού κι αυτό πεθάνει
και το κουράγιο της ζωής μας το μαράνει
και πριν να πούμε πως είναι αργά.

Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα,
πάμε να ζήσουμε σε τόπους μακρινούς,
να βγούμε λίγο απ’ της ζωής την καταιγίδα
και να γνωρίσουμε καινούργιους ουρανούς.

Χτες πρωταντίκρισα την πρώτη μου ρυτίδα,
υπάρχουν τόσα στη ζωή που δεν τα είδα.
Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα,
σε κάποια μέρη που δεν ξέρει ούτε ο νους.

Μια θάλασσα μικρή,
είναι το καλοκαίρι μου,
ο έρωτάς μου, ο πόνος μου.

Μια θάλασσα μικρή
στα δυο σου μάτια φέγγει
κάθε πρωί.

Μια θάλασσα μικρή
στο δάκρυ στο τραγούδι,
στο κάθε σου φιλί,
μια θάλασσα μικρή.

Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.

Κι από το γάλα πιο λευκή,
απ’ το νερό πιο δροσερή
κι από το πέπλο το λεπτό πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή,
απ’ το χρυσάφι πιο ακριβή
κι από τη λύρα πιο γλυκειά, πιο μουσική.

savvopoulos_zhtw_5

μας φτάνει μόνο η θερμή μας η αγκάλη.

Μας φτάνει μόνο
μας φτάνει μόνο ένα κύμα στ’ ακρογιάλι
κι ένα σπιτάκι
κι ένα σπιτάκι φτωχικό στην αμμουδιά

Μας φτάνει μόνο
μας φτάνει μόνο η θερμή μας η αγκάλη
κι η αγάπη μας
π’ ανθίζει στην καρδιά

21805234

Ποτέ δεν ονειρεύτηκα να ζήσω
μακρυά απ’ του νησιού μας τα νερά
τρεχαντηράκια να μην αντικρίζω
και γλάρων τα κατάλευκα φτερά

Ποτέ μου δεν επόθησα να πάω
σε μέρη μακρινά κι εξωτικά
Μου φτάνει μόνο εσένα ν’ αγαπάω
να σ’ έχω στην καρδιά μου στοργικά

Μας φτάνει μόνο
μας φτάνει μόνο ένα κύμα στ’ ακρογιάλι
κι ένα σπιτάκι
κι ένα σπιτάκι μοναχό στην αμμουδιά

Μας φτάνει μόνο
μας φτάνει μόνο η θερμή μας η αγκάλη
κι η αγάπη μας
π’ ανθίζει στην καρδιά

bonus:

Το τραγούδι ‘Μας φτάνει μόνο’, ακούστηκε στην Έξοδο του Πλούτου του Αριστοφάνη που ανέβηκε στην Ελλάδα το 2013.
Παρακάτω υπάρχει η Παράβαση που έγραψε ο Νιόνιος, για τον Πλούτο -την μόνη Παράβαση που ο Αριστοφάνης δεν συμπεριέλαβε στις κωμωδίες του.

Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ από τον Πλούτο του Σαββόπουλου 2013.

«Ποιος θέλει μες στο πάρτι να ακούει τα δυσάρεστα;»

«Αγαπημένοι, νανουρισμένοι εσείς, ασπάζομαι τα μαγουλάκια σας, γιατί ευχάριστα τα νέα που κομίζω θα χαϊδέψουνε τα αυτάκια σας όπως το παραμύθι. Μα είναι όλα αλήθεια; Ο πλούτος θα ξεστραβωθεί, θα γίνουμε όλοι πλούσιοι, σαν τον Μίδα πάμπλουτοι και με αυτιά γαϊδάρου. Ολυμπιάδα στην Αθήνα θα οργανώσουμε και η Ελλάδα πρωταθλήτρια το κύπελλο θα υψώσει. Θα θριαμβεύσουμε εμείς ως και στη Γιουροβίζιον. Ξεχείλισε το κέρας της Αμάλθειας. Τα σούσι θα βαφτίζουμε μέσα σε μολτ ουίσκι. Σουσίτια και παφ και πουφ τα πούρα στον οίκο των μικροαστών. Ο γείτονας με διακοποδάνειο στην άδειά του στο Μπαλί θα πάει… λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος στην Παράβασή του και συνεχίζει: Ηταν σκληρός σκληρότατος ο δρόμος μέχρι τώρα. Πόλεμοι κι εμφύλιοι, χούντα και ματζιριά, με τραγούδια για τη φτώχεια και τη λευτεριά. Μα τώρα δικαιώνεσαι, ανοίγονται προοπτικές και μεζονέτες χτίζονται, δυο τζάκια η καθεμία και όλοι με τζιπ αγέρωχα, το πώς φιλούσε υπέροχα εκείνος ο Ιούδας, στις πλαζ τις μυκονιάτικες από τα ναρκωτικά του ήλιου σωριασμένοι στην άμμο, μπεστ σέλερ θα διαβάζουμε γυμνοί κι ηλιοκαμένοι.
Ο κόσμος εξαϋλώνεται, το μέλλον έχει φύγει, τους τεύκτονες αφήστε τους να φτιάχνουνε μπουλόνια. Εμείς αυτό που είμαστε θα είμαστε για πάντα. Με το δημόσιο πλάι μας κι άλλοι θα μας πληρώνουν. Αυτό είναι το δίλημμα. Το φλας της νέας Ελλάδας σε όλο τον κόσμο ας απλωθεί κι Αγγελος Εξάγγελος εγώ το μεταφέρω. Πλουτοκράτες όλων των χωρών ενωθείτε. Ζήστε τον μύθο, Ελληνες. Θα γίνουμε όλοι πλούσιοι.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Κι εσείς γιατί με πιστεύετε; Δεν βλέπετε τριγύρω; Μα δεν κοιτάτε μέσα σας;

Τα νέα που σας έφερα και χάιδεψαν τ’ αυτιά απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια. Εγώ για την αγάπη σας και για την εύνοιά σας, τα προσπερνούσα μερικά. Σας έλεγα τα ωραία. Μα κι όταν πήγα να σας πω τα πράγματα όπως είναι, να γράψω στίχους για όλα αυτά που μέσα μου φοβάμαι ότι θα έρθουν, κανένας δε με πίστεψε. Μου ρίξαν πέτρες. Ποιος θέλει μες στο πάρτι να ακούει τα δυσάρεστα;

Κανείς δεν θέλησε να δει ότι με χρήμα δανεικό από τον Πέρση βασιλιά θα καταντούσαν οι Ελληνες ικέτες μες στα Σούσα με υποπόδια των βαρβάρων. Οϊμέ γλυκοφαγώματα, πικροχεσίματα. Αυτός ο πλούτος θα μας καταστρέψει. Ετσι και ξαναβρεί το φως του θα χάσουμε εμείς το δικό μας.

Τα δόντια μας θα αλέθουν την τροφή και πάλι θα πεινάμε. Θα πίνουμε και δεν θα ξεδιψάμε. Και την υπέρτατη χαρά, αυτήν της δημιουργίας που σαν κι αυτήν πιο συναρπαστική στον κόσμο δεν θα βρούμε, εμείς δεν θα τη ζούμε; Αν η ζωή είναι αυτοσκοπός, αν είναι ο βίος φιλοτομάρι, πώς να μη γίνουμε αρκούδες εμείς κι ο πλούτος αρκουδιάρης…»

ploutos

Ήταν μέρες φοβερές, η Μακρόνησος που λες.

Δεν έχει τι, δεν έχει πώς
Της ταινίας μας το φως
Μια κηλίδα μόνο σκάει
Και το καίει και το γυρνάει

Την ελένε Μακρονήσι
Ο λαός έχει νικήσει
Σκάει αλυσιδωτός
Μες το αίμα του παντός

Προδοσίες και ψευτιές
Και μουρλές πολιτικές
Όποιος λύγισε εκεί
Λέω για πάντα έχει σωθεί
Όχι που είναι στη ζωή
Μα που υπόφερε πολύ

Τέτοιο φως που αιμορραγεί
Θέλω να αναστηθεί
Με το τι και με το πώς
Σαν καρκίνος θα με τρως

Ξέρω ανθρώπους σαν και σας
Που μου λεν μην τα ρωτάς
Γύρω στο ’48
Πέρασα από ‘κεί και ’γώ
Ήταν μέρες φοβερές
Η Μακρόνησος που λες

Κι όμως τώρα που και γω είμαι κει
Μες το φιλμ του Παντελή
Νιώθω πρώτη μου φορά
Τι σημαίνουν όλα αυτά

Νιώθω άλλος κι άλλη μια
Χαιρετώ με την γροθιά
Δεν έχει τι, δεν έχει που
Στις οθόνες του λαού

savvo3

Τήνελλα Καλλίνικος !

Το αριστούργημα του Σαββόπουλου , Αχαρνής.
Λίγα λόγια για το έργο, εδώ.

ΑΧΑΡΝΗΣ
Ο Αριστοφάνης που γύρισε απ’ τα θυμαράκια

Τον έκτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου ο αθηναίος πολίτης Δικαιόπολης συνάπτει χωριστή συνθήκη ειρήνης με τους Σπαρτιάτες. Για τον εαυτό του και την οικογένειά του αποκλειστικά. Ομάδες καρβουνιάρηδων από το Μενίδι ξεκινούν να τον λιντσάρουν ως προδότη. Αλλά ο Δικαιόπολης ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Διονύσια. Και το εννοεί. Μαγειρεύει!

Εδώ φίλε θεατή αρχίζει και η δουλειά του μουσικού που, έχοντας ανάλογες ελπίδες, βάζει τα όργανα.

ΚΙΝΗΣΗΣ 1η
Έρχονται οι Αχαρνής με κοτρόνες στα χέρια για το λιθοβολισμό του Δικαιόπολη. Δηλαδή; Η γιορτή θ’ αρχίσει με λιθοβολισμούς;
Ουδεμία έκπληξη. Η επίθεση των καρβουνιάρηδων είναι απολύτως μέσα στο πρόγραμμα του εορτασμού. Όλ’ αυτά είναι ρόλοι που έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί χιλιάδες φορές. Βάλτε σε λειτουργία το παιχνίδι έχοντας μάθει απ’ έξω αυτά τα μέρη της παλιάς, χαμένης γιορτής που έφτασε ως εμάς για να ξανακερδηθεί. Ας έρθει λοιπόν ο γέρικος, κωμικός, γενναίος, συγχυσμένος και ποδοσφαιρικός και ηρωικός χορός στη σκηνή, γιορταστικά, με ήχους από κουδουνάκια και σήμαντρα σαν αμαξάκι που έρχεται, σαν εσπερινός ή καλύτερα σα συσσίτιο. Δηλαδή, θα φάμε και θα πιούμε, και νηστικοί θα κοιμηθούμε.

Εδώ όσοι γουστάρετε
κυνήγι μες το πλήθος
θα ‘ναι καλό το θήραμα
για όλη την πολιτεία
Χίλιοι από σας
ποιοι τον είδανε
και ξέρουνε τη γη που κρύβει
αυτό τον ειρηνάκια
Φανερώστε τον εμπρός
ΦΑΝΕΡΩΣΤΕ
Αχ συμφορά μου μας ξέφυγε
ΤΟΝ ΤΙΠΟΤΕΝΙΟ
Ανάθεμα στα γηρατειά
Ήμουνα νιος ένα τσουβάλι δηλαδή
με κάρβουνα στη ράχη
και δώσ’ του έτρεχα πίσω απ’ τον
(Γιούτσο ή τον Φαιλο) ;;;;; ;
Δε θα τον άφηνα λοιπόν
τον ειρηναίο το σκύλο
ας ήταν και του άνεμου
την αλαφράδα να ‘χει

Ξέφυγε γιατί σκούριασαν τα κόκαλά μου όλα
γιατί τα σκέλια βάρυναν του γέρου (Λακρατρίχου);;;;;;;
ωστόσο εμπρός να μη θαρρεί πως ήτανε παιχνίδι
έστω και μ’ Αχαρνιώτες γέρους τούτη η ανηφόρα
Δία πατέρα, Θεοί!
Δία πατέρα, Θεοί!
Τούτος ο άνθρωπος με τους εχθρούς έκλεισε ειρήνη
με μισημένους εχθρούς που τα χωράφια μου ρημάξαν
Το μίσος μου φαρμάκι βαθιά στη ρίζα τους θα μπει
για να τους ξεπατούσει και να τους ξεπατούσει
τ’ αμπέλια μου να μην ξαναπατήσουν
Δία πατέρα, Θεοί!
Δία πατέρα, Θεοί!
Να βρεθεί!
Μαζέψτε πέτρες τον άνθρωπο ζητάω
φέρτε γύρω όλους τους στόχους
ώσπου να φανερωθεί
και τότε δε θα κουραστώ
να τον πετροβολάω
Ευθυμείτε!…
Συνέχεια

45 σαββοπουλικές στροφές.

οι πρώτες εκτελέσεις των τραγουδιών «Για την Κύπρο» και του «Σαν τον Καραγκιόζη».

Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που `ναι στην άκρη.

Και γιατί, και γιατί δε μας το λες
μόνο βγαίνεις στον κόσμο
όλο κλάψες και ψευτιές.

Δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ.

Δεν είν’ οικόπεδο που το καταπατούνε
ούτε και μούρλα εθνική που επιστρέφει
είναι η Κύπρος που οι εμπόροι τη μισούνε
και η ανάγκη μας που όνομα δεν έχει.

Και γιατί, και γιατί δε μας το λες
μόνο βγαίνεις στον κόσμο
όλο κλάψες και ψευτιές.

Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μην με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.

Και γιατί, και γιατί δε μας το λες
μόνο βγαίνεις στον κόσμο
όλο κλάψες και ψευτιές.

Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει
είναι π’ ονειρεύομαι σαν τον καραγκιόζη
Φίλους και εχθρούς στις φριχτές μου πλάτες
όμορφα να σήκωνα, σαν να ‘ταν επιβάτες

Λευκό μου σεντονάκι, λάμπα μου τρελή
ποιο φορείο θα μας κουβαλήσει
Βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί
που δεν έχει σώμα να ψηφίσει, να ψηφίσει

Σαν κουκιά μετρώ τα λόγια του καμπούρη
πίσω απ’ το λευκό πανί, μέσα απ’ το κιβούρι
Μα όσο κι αν μετρώ, κάτι περισσεύει
Τρύπια είν’ η αγάπη μας και δε μας προστατεύει

Λευκό μου σεντονάκι, λάμπα μου τρελή
κόκκινο αυγό ή καρναβάλια
Σάμπως μέσ’ από μια κάλπη μαγική
μάς κοιτάει ο Χάρος και τού τρέχουνε τα σάλια

Σαν σκιές γλιστρούν λόγια και εικόνες
κάρα σκουπιδιάρικα φεύγουν οι χειμώνες
Κι αν δεν ντρέπεσαι να καθίσεις πίσω
έλα στην παράσταση να σε γιουχαίσω

Λευκό μου σεντονάκι, λάμπα μου τρελή
ποια αγάπη τάχα μας φυσάει
Βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί
που δεν έχει απόψε πού να πάει, πού να πάει

081AC3AE1A9B1951E6180830AC93395E

Σκέψεις του Φοίβου Δεληβοριά γύρω από το τελευταίο live του Σαββόπουλου στο Gagarin.

537561_10151190787597113_1726170086_n

Τα παρακάτω προέρχονται από τη επίσημη σελίδα του facebook του Φοίβου Δεληβοριά σχετικά με το 2ημερο live του Διονύση Σαββόπουλου στο gagarin (8-9 Μαρτίου 2013):

«Ακούω πως ο Σαββόπουλος έκανε δύο σπουδαίες συναυλίες στο Gagarin. Δεν μπόρεσα να πάω δυστυχώς, λόγω της περιοδείας. Φίλοι που ήταν εκεί, μου λένε πως δεν υπήρχε ίχνος της ανασφάλειας, της γλυκερότητας, ή του γνωστού φιλοσοφικού μανιχαϊσμού, που έχει απλωθεί για πολλά χρόνια τώρα πάνω στη δημόσια παρουσία και σκέψη του μεγάλου καλλιτέχνη-και τον έχει φυλακίσει και στη γνωστή, πικρά ομολογημένη απ’τον ίδιο, δημιουργική αδράνεια. Στενοχωρήθηκα που το έχασα. Ακόμα, όμως, περισσότερο, στενοχωρήθηκα που το επίπεδο της αρνητικής κριτικής προς τη συναυλία έγινε με όρους κατηχητικού και ιδεολογικής καθαρότητας.

Δεν είμαι υπέρ του απυρόβλητου, φυσικά. Η κριτική ενός έργου πρέπει να είναι αυστηρότατη, να γίνεται όμως μόνο με καλλιτεχνικά κριτήρια, ποτέ με ιδεολογικά. Έχουμε απόλυτη ελευθερία –και υποχρέωση, όσοι σκεφτόμαστε- να κρίνουμε ιδεολογικά τις πολιτικές που διαφημίζει αυτοκλήτως κάθε τόσο ο Σαββόπουλος , την υπουργοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη ή του Θάνου Μικρούτσικου, τον συναγελασμό των περισσοτέρων –φευ- επιφανών καλλιτεχνών μας (είτε δηλώνουν «αντισυστημικοί» είτε όχι) με φαιδρά και ασήμαντα μεγέθη της πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας. Το να μας επηρεάσουν, όμως, τα παραπάνω τις στιγμές της ακρόασης ενός τραγουδιού ή της ανάγνωσης ενός ποιήματος, είναι καθαρός βιασμός του πώς λειτουργεί το πνεύμα.

Γινόμαστε ίδιοι μ’αυτούς που εμπόδισαν την παράσταση στο Χυτήριο γιατί ενόχλησε την πίστη τους και μ’αυτούς που έκοβαν τα πέη από τ’αγάλματα γιατί δεν το άντεχε η άμεμπτη ηθική τους. Η Τέχνη –και τα καλά που κουβαλάει μαζί της- ανήκει σε όλους, όχι μόνο στους ομοϊδεάτες των καλλιτεχνών. Αλλιώς κανένας αριστερός δεν θα έπρεπε να βλέπει ποτέ Χίτσκοκ ή να ακούει Βαμβακάρη και κανένας δεξιός ν’ακούει Clash ή Θεοδωράκη. Όλοι θα ήμασταν καλά παιδάκια μέσα στο κοπάδι μας, χωρίς κανένα περιθώριο να σηκωθούμε από την κοινή μας φτώχεια.

Η εποχή είναι τραγική, η εγκληματική επιπολαιότητα –και η κατευθυνόμενη ανηθικότητα- των πολιτικών μας εξουσιών, διέλυσαν τους πιο αδύναμους από μας, εξουθένωσαν υλικά και πνευματικά την κοινωνία μας (κι αυτό πολύ πριν από την κρίση). Τα όσα δημιούργησε ο ελληνικός πολιτισμός απ’το ’45 και μετά είναι τα μόνα δώρα που μπορούν ακόμα να μας βοηθήσουν να σκεφτούμε καθαρά και να υψώσουμε ένα ανάστημα απέναντι στο απειλητικό αύριο.

Το Σαββοπουλικό έργο είναι σημαντικότατος –και αναπόσπαστος- καθρέφτης του τι καταφέραμε όλοι μας να κρατήσουμε ζωντανό όλα αυτά τα χρόνια. Ας το δεχτούμε με ευγνωμοσύνη και ελεύθερο κριτήριο, όσο έχει τη δύναμη να μας χαρίζεται ζωντανό- κι ας διαφωνούμε όσο θέλουμε με τον ίδιο το δημιουργό του. Αύριο-μεθαύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα. Το αν θα γίνει μέρα μισαλλόδοξων χριστιανοσταλινοφασιστών που θα λογοκρίνουν ο ένας τον άλλoν ή μέρα ελεύθερα σκεπτόμενων και –υγειώς αυτή τη φορά- δημοκρατικών ανθρώπων είναι στο δικό μας χέρι και μόνο. «

Συμφωνώ απόλυτα με τον Φοίβο, ειδικά στο σημείο που αναφέρει ότι «το να μας επηρεάσουν, όμως, τα παραπάνω [μιλώντας για πολιτικές απόψεις, πράξεις των δημιουργών] τις στιγμές της ακρόασης ενός τραγουδιού ή της ανάγνωσης ενός ποιήματος, είναι καθαρός βιασμός του πώς λειτουργεί το πνεύμα».
Ο άνθρωπος σίγουρα είναι πολύπλευρος και πολλές φορές δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσουμε τις στιγμές και τα πλαίσια μιας κατάστασης, αλλά το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε το έργο ενός καλλιτέχνη, αλλά ταυτόγχρονα να καταδικάζουμε τις πολιτικές επιλογές του.
Νιώθω ότι στην περίπτωση Σαββόπουλου, πολλοί ένιωσαν ότι «προδόθηκαν» όταν περνώντας τα χρόνια, είδαν πολιτικές αλλαγές στις απόψεις του δημιουργού -ειδικά στην περίπτωση Μητσοτάκη-, και ένιωσαν σαν να τους κορόιδευε τόσα χρόνια και άρχισαν τον πόλεμο εναντίον του.

Αλλά ας σκεφτούν πρώτα πού πηγάζει αυτό το αίσθημα τις προδοσίας. Μήπως ψάχνουν σε ένα πρόσωπο όλα τα αγαθά του κόσμου και δεν τους αρκεί αυτό που βλέπουν και τους προσφέρεται? Μήπως φτιάχνουν φαντασιακούς ήρωες και τροβαδούρους του λαού με αποτέλεσμα στο τέλος να απογοητεύονται και να απορρίπτουν όλο τον άνθρωπο πίσω από τη μουσική? Μήπως έχουν επενδύσει υπέρ του δέοντος στα πολιτικά φαινόμενα -με όρους φανατικούς και σχεδόν γηπεδικούς- ώστε να φτάνουν σε σημείο να φορτίζονται σε τέτοιο βαθμό συναισθηματικά ώστε να μην μπορούν να διαχωρίσουν το έργο από τον καλλιτέχνη?
Μήπως ψάχνουν οδηγητές και αρχηγούς παρά ανθρώπους που κάνουν αυτό που μπορούν και πολλές φορές αυτό είναι υπεραρκετό?
Σαν τελευταία σκέψη, ας μην ξεχνάμε ότι η απογοήτευση προέρχεται πολλές φορές από μια λανθασμένη εκτίμηση καταστάσεων, και όχι τόσο από το μη επιθυμητό τελικό αποτέλεσμα.

Τέτοιοι δημιουργοί όπως ο Σαββόπουλος, που βάζουν τα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα στα τραγούδια τους, ‘πρέπει’ να μιλάνε και εκτός τραγουδιών. Είναι η ‘κατάρα‘ που τους έλαχε, το τίμημα της προσφοράς τους. Γεγονός που μπορεί να τους οδηγήσει αρκετές φορές σε λάθη, όπως και τον κάθε άνθρωπο.
Γενικά μιλώντας, ας σκεφτούμε ποιος είναι τελικά ο ‘ανάξιος’ της υπόθεσης.
Αυτός που δεν δέχεται το δώρο γιατί του βρωμά το χέρι που του το προσφέρει ή ο δωρητής που δεν πλύθηκε πριν κάνει το δώρο του? (με μία επιπλέον βασική επιφύλαξη στην προηγούμενη ερώτηση, στο αν πραγματικά υπάρχει η βρώμα ή απλά εμείς νομίζουμε ότι τη μυρίζουμε).

Το τελευταίο που έχω να πω, είναι ότι εκτός της γενικότερα πανέμορφης βραδιάς του live στο Gagarin, νιώθω τυχερός που παρακολούθησα ζωντανά ολόκληρο τον Μπάλλο του Διονύση Σαββόπουλου, μιας και δεν περιορίστηκε σε απόσπασμά του -σαν να το ζητά η τωρινή μας εποχή.

Μήπως το γεγονός ότι στο live παρουσιάστηκε ολιγομίλητος, δείχνει ότι είχε όλα τα παραπάνω στο μυαλό του?
Ίσως.
Η μόνη κουβέντα που είπε είναι ότι το μόνο που άλλαξε τόσα χρόνια, αναφερόμενος στην ‘Παράγκα‘ του, είναι μόνο ότι η εφημερίδα πια δεν κάνει μιάμιση δραχμή, αλλά ενάμιση ευρώ.

Τροφή για σκέψη και διαλεκτική.

κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.

Για όλους όσους βλέπουν γύρω τους μόνο πράγματα που χωρίζουν, παρά αυτά που ενώνουν.
Για όσους ο Άλλος είναι κατάρα, και όχι καταφύγιο.
Για όσους προτιμούν Θάνατο αντί για Έρωτα.
Έχετε γεια.

Μη, μην το πεις
οι παλιοί μας φίλοι
μην το πεις
για πάντα φύγαν.
Μη, το μαθα πια
τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια
για πάντα φύγαν.

Πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει
τη δική σου μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.

Πέρασαν για πάντα
οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες
οι κραυγές.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Όμορφη είναι αυτή η στιγμή, να το ξαναπώ
όμορφη να σας μιλήσω
βλέπω πυρκαγιές
πάνω από λιμάνια πάνω από σταθμούς
κι είμαι μαζί σας.

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται
εγώ θα είμαι εκεί να σας θυμίζω
τις μέρες τις παλιές.

551570_10150908875994598_231698746_n

Νόμιζα πως ήμουν ελεύθερο πουλί.

Δυστυχώς δεν βρήκα στο youtube την κανονική εκτέλεση του 1972 αλλά ας ακούσουμε έστω το λάιβ του Πυρήνα.

Κάτι μ αρρωσταίνει σ’ αυτή την πολιτεία
και παίρνω σβάρνα τα φαρμακεία
νιώθω για σένα κάτι τρομερό
και ήρθε η ώρα να στο πω
και ήρθε η ώρα.

Έλσα, σε φοβάμαι, Έλσα σ’ αγαπώ
μια στιγμή μαζί σου είναι μακελειό
κι όταν χορεύεις στην πίστα μοναχή
ντουβάρια πέφτουν και σπάζει η οροφή
ντουβάρια πέφτουν.

Έλσα σε φοβάμαι σαν φωνή Κυρίου
σ ένα δωμάτιο φτηνού ξενοδοχείου
ξάπλωσα κι ακούω σειρήνες, βογκητά
τι να σημαίνουν όλα αυτά
τι να σημαίνουνε.

Νόμιζα πως ήμουν ελεύθερο πουλί
κι όμως ελεύθερη είσαι μονάχα εσύ
και όλα τ άλλα φήμες και ψευτιές
και ανοησίες και στατιστικές
και ανοησίες.

Έλσα σε φοβάμαι
για όσα μ’ αναγκάζεις
γι’ αυτές τις λέξεις
γι αυτές εδώ τις φράσεις
είναι μια παγίδα και μια υποταγή
είν’ η αγάπη μου η τρελή
είν’ η αγάπη μου.

Το γράμμα σου δέκα σελίδες, πάλι η ίδια συμβουλή..

Τα πιο ωραία παραμύθια
απ’ όσα μου ‘χεις διηγηθεί
αχ είν’ εκείνα που μιλούσαν
για τα παιδιά που ‘χουν χαθεί
αχ είν’ εκείνα που μιλούσαν
για τα παιδιά που ‘χουν χαθεί.

Για τα παιδιά που χάθηκαν
στο στοιχειωμένο δάσος
στις λίμνες στο βορρά
για τα παιδιά που χάθηκαν
στου δράκου το πηγάδι
στης στρίγκλας τη σπηλιά.

Σε συμμορίες με ζητιάνους
σε αχυρώνες και σ’ αυλές
και σε καράβια του πελάγους
με λαθρεμπόρους πειρατές
και σε καράβια του πελάγους
με λαθρεμπόρους πειρατές.

Για τα παιδιά που τα ‘συραν
στης Αφρικής τις αγορές
εμπόροι και ληστές
και φοβισμένα κι ορφανά
στη Σμύρνη και στη Βενετιά
τα πιάσαν οι φρουρές.

Ψωμί ζητήσαν του φουρνάρη
λίγο νερό του καφετζή
τα διώχνει ο πρώτος μ’ ένα φτυάρι
κι ο άλλος λύνει το σκυλί
τα διώχνει ο πρώτος μ’ ένα φτυάρι
κι ο άλλος λύνει το σκυλί.

Στις λυπημένες πολιτείες
πέφτει μια κίτρινη βροχή
στο σώμα μου έχω ανατριχίλες
και το ‘να δόντι μου πονεί
στο σώμα μου έχω ανατριχίλες
και το ‘να δόντι μου πονεί.

Το γράμμα σου δέκα σελίδες
πάλι η ίδια συμβουλή
μου λες στο σπίτι να γυρίσω
μου λες ν’ αλλάξω πια ζωή
μου λες στο σπίτι να γυρίσω
μου λες ν’ αλλάξω πια ζωή.

Ομίχλη πέφτει στις σκεπές
φεύγουν οι φάτσες σαν σκιές
και τρέμει το κερί
φωτιές ανάβουν στις ακτές
μέσα στ’ αυτιά μου ακούω στριγκλιές
και τρέμω σαν πουλί.

σαν το αριστεροχουντισμό που σε βολεύει.

ρεμπέτικη εκτέλεση σε 45άρι.

Αυτά τα λόγια με σφίξανε σαν πένσα
τα είπε χθες το βράδυ μια ψυχή
κι ένας φαλάκρας απ’ έξω κι από μέσα
χαμογελούσε, ναι, γιατί να σκοτιστεί;

Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία
και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία;
τώρα κοκορεύεσαι απάνω στον εξώστη
και μιλάς στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη.
Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί
θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή.

Εκείνο που υψώνεται και σε εκμηδενίζει
είναι της καρδούλας μου το φως που ξεχειλίζει
κι ότι σε γλιτώνει και σου δίνει την αιτία
είναι που χρειάζεται κι η γραφειοκρατία.
Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί
θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή.

Ο πρώτος προβοκάτορας απ’ όλους στη ζωή μου
είναι η αφεντιά σου που αντιγράφει την φωνή μου
άλλαξες το σώμα μου με έπιπλα και σκεύη
σαν τον αριστεροχουντισμό που σε βολεύει.
Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί
θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή,
τζάμπα χαραμίζει θα πάω να της πω
το νεανικό της και αγνό ενθουσιασμό.

Χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις
εκεί που με χειροκροτάς χωρίς να το πιστεύεις
παίρνεις την αλήθεια μου και μου την κάνεις λιώμα
απ’ το πόδι με τραβάς βαθιά μέσα στο χώμα.

Διαβάστε και εδώ για πολύ όμορφη ανάλυση του τραγουδιού του Νιόνιου.

για να σ’ αγκαλιάσω με καημό και τόσο να σε νιώσω.

Σαν το παράπονο στη φράση: εδώ και τώρα…
Σαν το σπασμένο φαρμακείο στις δύο η ώρα…
Σαν το καμένο το γήπεδο,
σαν το αμόκ της μηχανής σου…
Μέσα απ’ τις βιτρίνας τα θρύψαλα
ακούω την ψυχή σου.

Κι όπως σ’ ένα τοπίο μυστικό,
αντικριστά στο κήτος
έτσι μια ευλογία που αγνοώ,
με κρατάει στο δικό σου το μήκος.

Μου ‘στειλαν μηνύματα οι βιαστικοί σου οι νάνοι
σαν το παραλήρημα της χώρας σου που αυξάνει.
Τρεις και μισή ξημερώματα,
σαν διαδήλωση που πήζει,
μαύρο γυαλί δίχως πρόσωπο
και ξαφνικά ραγίζει…

Και στου σκοτωμένου το σφυγμό,
στο φλας του ασθενοφόρου
καθρεφτίζει κάτι απ’ την ηχώ του Θεού
στο βυθό του Εωσφόρου.

Οι ρυθμοί μου λύσσαξαν, μα δεν κρατούν τον ήχο
της μοναξιάς σου όταν κλαις και χτυπάς τον τοίχο.
Μες στης αυγής το μισόφωτο
σβήνω μίλια γραμμένης ύλης
να βρεις τη σελίδα κατάλευκη,
να μπεις και ν’ ανατείλεις.

Μ’ ένα παρανάλωμα παντού,
στη θεϊκή σου αλήθεια,
σαν φωτογραφία ενός παιδιού
που μου λέει: Αναγνώστη, βοήθεια!

Θύρα 7 και θύρα κάτω απ’ τις ερπύστριες…
Όλα διαβήκαν απ’ τις γλώσσες τις στραγγαλίστριες.
Κι όμως εγώ σ’ αφουγκράστηκα
σαν λεξούλα ενός αγνώστου
κι όχι σαν μέρος του λόγου τους
και του δικού τους πόστου.

Για να σ’ αγκαλιάσω με καημό
και τόσο να σε νιώσω,
όσο είναι τοπίο μυστικό τούτο εδώ,
που ποθώ ν’ αποδώσω..