She doesn’t know who he is.

As you can see she hasn’t met him yet
She already fell in love I bet
Her keyboard gets slammed by her fingers
But he replies with «OK» every time, every time

She doesn’t know who he is
No, she doesn’t know what he’s up to, oh
She doesn’t know who he is

He doesn’t see her
He sees right through her, oh

She doesn’t know who he is
No, she doesn’t know what he’s up to, oh
Her heart gets broken every time, every time

She doesn’t know who he is
No, she doesn’t know what he’s up to, oh

She doesn’t know who he is
She doesn’t know who she is

Advertisements

θερινή ραστώνη.

ο ήλιος αγέρωχος
η θάλασσα αβολιδοσκόπητη
τα βράχια αδυσώπητα

είπαμε κάποια λόγια
κάναμε κάποιες πράξεις
σκεφτήκαμε κάποιες σκέψεις

καμία στιγμή δεν είναι η ίδια
ψάχνουμε παλιές απολαύσεις
μελαγχολούμε συχνότερα
κλαίμε
ουρλιάζουμε
βουλιάζουμε τους τοίχους με γροθιές και μεθάμε τις αυγές
πέτρες και αλώνια πίνουν μια θάλασσα μικρή
μια μπλε κυριακή ήρθε με ένα χάδι αιώνιο
και ένα χαμόγελο χειμερινού κολυμβητή

γιατί δεν είμαστε ποτέ εκεί που βρισκόμαστε;
γιατί δεν ήμασταν;
πού είμαστε;

θερινή ραστώνη.
αύγουστος, δύο χιλιάδες δέκα οκτώ.

η ώρα του μπλε.

Processed with VSCO with  preset

οι αναμνήσεις είναι μπλε
ο χρόνος έγινε μπλε
η πόλη θα μείνει μπλε

κι εσύ κοιτάζεις τον ίδιο ουρανό

με άλλα μάτια
με άλλες επιθυμίες
με άλλα όνειρα

και κάπου θα νομίζουμε ότι συναντιόμαστε ξανά μέσα σε συρτάρια

δεν πειράζει
τίποτε
δεν
πειράζει

αρκεί το μπλέ να παραμείνει μπλε.

Στο Τόκυο ξημερώνει.

τι μένει μετά από μια εμπειρία;

οι στιγμές;
τα όνειρα;
οι λέξεις;
η φαντασία;

εσύ έμεινες μέσα μου, κι αυτό δεν αλλάζει όσα φουρνισμένα ηλιοβασιλέματα κι αν περάσουν.

νύχτα στο Λονδίνο, νύχτα στην Αθήνα, νύχτα στην Αμοργό και την Ανάφη.
Νύχτα στην μισή Γη.
Κι όμως.
Ξημερώνει στο Τόκυο. Κάτι δεν είναι κι αυτό;

κάτι θα γκρεμιστεί.

μπορεί να μην έχω νερό
να μην έχω άλλη ανάσα
ή μια μπουκιά φαί

αλλά αν αυτά τα κτίρια πέσουν

τότε

νομίζω ότι κάτι θα γκρεμιστεί μέσα μου
κάτι θα καταρρεύσει
δεν θα είμαι πια ο ίδιος

δεν θα στερέωνομαι στο τσιμέντο
δεν θα γελάω πάνω από τις κεραίες
δεν θα ζω

ΔΕΝ

είναι όμως πρόβλημα αυτό;

μόνο τα σπουργίτια ξέρουν κι εσύ!

I caused the iron bells hanging from the necks of our admirable horses to sprout like dangerous plants at the edge of an abyss.

«Magritte was usually coy when asked about the meaning of his works. He typically said they are meaningless because they are paintings, not concepts able to be known. By which he was implying that the intended symbolism is less significant than the feeling someone has when looking at the painting. In this case, he wants to invoke that feeling of the frustration when the pleasurable feelings of acquiring knowledge are denied.»