αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.

50 χρόνια από το Φορτηγό.
Εμείς πού θα βρισκόμαστε τότε;

Τη νύχτα αυτή η αστυνομία
μάζεψε τους αλήτες απ’ το πάρκο
πλάκωσε το εκατό
κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα.
Φύγε φύγε όσο έμεινε καιρός
γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα
πώς βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός
και το στόμα σου φαρμάκι απ’ τα τσιγάρα
το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός
μια διαδήλωση κοιτάς πίσω απ’ τα τζάμια.

Από όλα τα τραγούδια
αγαπούσα πιο πολύ τα λαϊκά
η ζωή μου έχει αλλάξει
κι έτσι τώρα δεν με ζαχαρώνουν πια
το κλειδί βάζω στην πόρτα για να μπω
το δωμάτιο είναι κρύο και παλιό (στενό)
όταν πέφτει το βραδάκι τι να πω
σε θυμάμαι με το πράσινο παλτό.

Όταν πέφτει το σκοτάδι
στα υπόγεια τα ρεύματα βουίζουν
την αλήθεια ποιος θα μάθη
ένορκοι πληρωμένοι θα με κρίνουν
η ζωή μου έχει γεμίσει μυστικά
στους διαδρόμους ψευδομάρτυρες καπνίζουν
και οι φίλοι με κερνούν ναρκωτικά
και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι.

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου, Αλέξη πες μου αν με θυμάσαι
το καλοκαίρι έχει τελειώσει
από καιρό έχει τελειώσει τι ζητάς;
στην παραλία τα καφενεία είναι κλειστά
κι είν’ η θάλασσα βρώμικη και σάπια
οι μετανάστες ξαναγύρισαν εδώ
νικημένοι φύγαν (τρομαγμένοι φεύγουν) απ’ τη Γερμανία
την καρδιά μου στους σταθμούς την τυραννώ.

Μην κυττάς τους στρατιώτες
που μοιράζουν καραμέλες στα παιδιά
(στα δημόσια ουρητήρια σοβαροί)
μου θυμίζουνε εικόνες (επεμβάσεις)
μου θυμίζουνε σκηνές απ’ το Βιτενάμ (δυσκολίες Ι.Χ.).
Την θυμάμαι έναν κάμπο να διαβαίνει
στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει
η ομορφούλα (συννεφούλα) μου κερδίζει το παιχνίδι
τώρα στα χέρια της κρατάει το λεπίδι (ψαλίδι)
κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή.

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω
τα ορφανά μου που κρυώνουνε
με κάνουν πιο πολύ αριστερό
(μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό).
Πού ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει
όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό
στο διάδρομο είχα δει ένα νεκρό
οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία
βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία.

Η μποτίλια έχει αδειάσει
του Μπρένταν Μπήαν (μπάρμπ’ Αλέξανδρου) η μποτίλια έχει αδειάσει
κι απ’ το πάρκο μέχρι εδώ
η σειρήνα τού εκατό ακούς ουρλιάζει.
Το δωμάτιο είναι κρύο και παλιό (στενό)
κι ο Μπομπ Ντίλαν (Τσιτσάνης) μ’ ένα έι (γιάλα) με προγκάρει
αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά
δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να την ψάξεις (μου δώσης)
αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά
όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.

Πηγή

1101839_a_lifo_savvopoulos_8

Advertisements

Ατάκα κι επιτόπου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s