Τσίπρας, το σύνθωμα.

Πηγή
Κείμενο του Ρεζινάλντ Μπλανσέ
Lacan Quotidien N°546 – 21 Νοεμβρίου 2015
Χρονικό « Το ασυνείδητο σημαίνει κρίση»

lacan1

Τσίπρας, το σύνθωμα

Στο άρθρο του με ημερομηνία 22 Ιουλίου 2015 και με τίτλο «Η ελληνική πανωλεθρία», ο Πέρυ Άντερσον (Perry Anderson) αποδίδει σύντομα και περιεκτικά την σύνοψη που αρμόζει στην πορεία των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στην Ελλάδα από την αρχή της χρονιάς. «Από την εκλογική νίκη του Σύριζα τον Ιανουάριο, γράφει, η πορεία της κρίσης στην Ελλάδα ήταν ομοίως προβλέψιμη, με εξαίρεση την τελική αναπάντεχη εξέλιξη, [δηλ. το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου]. Η προέλευση της κρίσης ήταν διπλή: η είσοδος με δολιευτική βάση στη ζώνη του ευρώ επί του ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και οι συνέπειες του παγκόσμιου κραχ του 2008 στην οικονομία μιας Ελλάδας χρεωμένης και μη ανταγωνιστικής. Από το 2010, εφαρμόστηκαν επί τόπου από την Τρόικα προγράμματα λιτότητας – παλαιότερα γνωστά ως «σχέδια σταθεροποίησης» – καθ’ υπαγόρευση της Γερμανίας και της Γαλλίας οι τράπεζες των οποίων ήταν οι περισσότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο της ελληνικής χρεωκοπίας. Πέρασαν πέντε χρόνια μαζικής ανεργίας και περικοπών στον προϋπολογισμό του κοινωνικού κράτους και το χρέος έφτασε σε νέα ύψη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Σύριζα κέρδισε γιατί υποσχόταν με πάθος και πειστικότητα να βάλει ένα τέλος στην υποταγή στην Τρόικα. Θα «επαναδιαπραγματευόταν» τους όρους της ευρωπαϊκής κηδεμονίας. Πώς υπολόγιζε να αντεπεξέλθει; Πολύ απλά, εκλιπαρώντας για μια πιο ήπια αντιμετώπιση και βλαστημώντας όταν εκείνη δεν ερχόταν – με ικεσίες και κατάρες δηλαδή […]. Ήταν πολύ ξεκάθαρο ήδη από την αρχή, συμπεραίνει ο συγγραφέας, ότι όλο αυτό το ξέσπασμα από ικεσίες και κατάρες ήταν ασύμβατο με κάθε ιδέα εξόδου από το ευρώ»1.

Η πολιτική ΤΙΝΑ
Δεν θα μπορούσαμε να αποδώσουμε καλύτερα την ουσία της πολιτικής του συνασπισμού στην εξουσία από το μπρα-ντε-φερ που τον έφερε αντιμέτωπο με την Τρόικα για έξι μήνες. Η σύγκρουση διαδραματίστηκε σε δύο φάσεις: κατ’ αρχάς με αντίσταση της Ελλάδας, και μετέπειτα με παράδοση καθ’ ολοκληρία στους όρους της Τρόικας. Εκεί έγκεινται δύο στιγμές της ενιαίας πολιτικής, η οποία στόχευε στην παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, με κάθε τρόπο. Η πολιτική του Σύριζα στην εξουσία είναι η πολιτική ΤΙΝΑ («There is no alternative», «Δεν υπάρχει εναλλακτική», εμβληματικό μότο της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της Μάργκαρετ Θάτσερ την εποχή της). Πράγματι, δεν υπάρχει για τον Σύριζα άλλη εναλλακτική λύση από το ευρώ. Το Grexit δεν είναι λύση. Θα ήταν αυτοκτονικό για τη χώρα. Η πιθανότητα αποχώρησης από το ενιαίο νόμισμα δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ σοβαρά από την κυβέρνηση. Το γνωρίζουμε σήμερα, η ίδια δεν είχε ποτέ κανένα σχέδιο εξόδου από το ευρώ παρά τις απειλές που εκστόμιζε. Αυτές ήταν απλώς προσχήματα με στόχο να εκφοβίσουν την Ευρώπη και τη Δύση. Αυτό σημαίνει ότι η αντίσταση του Σύριζα στις προσταγές των πιστωτών αναγόταν σε άσμα εξορκισμού. Εκεί έγκειται αναμφίβολα το πιο σημαντικό, και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο, της συμπεριφοράς του Σύριζα σε αυτές τις «διαπραγματεύσεις» με την Τρόικα. Η πολιτική του ήταν διττή. Επρόκειτο για μια πολιτική παθητικής αντίστασης, η οποία συνίστατο στη μη εφαρμογή των υπογεγραμμένων μεταρρυθμίσεων σε αντάλλαγμα της απαιτούμενης χρηματοδότησης και για μια ρητορική εξορκισμού που προσέφευγε στον ορθολογισμό και ενίοτε στην επιστημονικότητα προκειμένου να πείσει τους πιστωτές για τον παραλογισμό της πολιτικής λιτότητας που ακολουθούσαν. Προσπαθούσαν να πετύχουν τη μεταστροφή τους σε μια πολιτική οικονομικής ανάκαμψης που θα άρχιζε από τη σημαντική ελάφρυνση του χρέους της χώρας. Ορισμένοι μίλησαν, εν προκειμένω, για αφέλεια, κόλπο ταχυδακτυλουργών, εσφαλμένη εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη (με το Σύριζα να βρίσκεται αρκετά απομονωμένος στην απόρριψή του της μνημονιακής πολιτικής, η οποία εφαρμοζόταν επίσης στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία), ακόμη και για την δολιότητα της κυβέρνησης του Σύριζα και του ίδιου του Τσίπρα. Είχαν επίγνωση, πράγματι, ότι θα ήταν εξαιρετικά απίθανο να μπορέσουν να τηρήσουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις, εφόσον επέμεναν να διατηρήσουν οπωσδήποτε την Ελλάδα στη ζώνη του ευρώ. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε άλλωστε προειδοποιήσει ρητώς τον Αλέξη Τσίπρα, στην επίσκεψή τους στο Βερολίνο, ήδη πριν από τη νίκη του στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015.2

Είναι ωστόσο απορίας άξια η εμμονή στην παράταση των εκ των προτέρων χαμένων «διαπραγματεύσεων». Διότι, από τη στιγμή που η κυβέρνηση του Σύριζα παραιτήθηκε από το μοναδικό πραγματικό όπλο που διέθετε, δηλαδή να εγκαταλείψει το ευρώ, όλα τα υπόλοιπα δεν ήταν παρά βερμπαλισμοί και παιδιαρίσματα όπως έλεγε η Κριστίν Λαγκάρντ έξω φρενών, απευθυνόμενη σε έναν αφόρητο στο Eurogroup, Γιάνη Βαρουφάκη. Πράγματι, σε όλη τη διάρκεια αυτών των ατελείωτων συνομιλιών και σε πείσμα των ολέθριων συνεπειών τους για την οικονομία της χώρας, η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να … μιλάει. Πράξη ουδεμία, εκτός από την αδράνεια και την επιμονή να μην κάνουν τίποτα. Ο Γιάνης Βαρουφάκης ήταν το πρόσωπο που τηρούσε την πολιτική στάση της δύστροπης απείθειας. Όρθωσε το ανάστημά του στους συναδέλφους του στο Eurogroup, δεν τούς χαρίστηκε ποτέ, τούς έκανε μάθημα, τούς περιφρονούσε με το βάρος της ακαδημαϊκής γνώσης του, τούς προκάλεσε πριν καταλήξει να πεταχτεί έξω από τον εκλεκτό κύκλο ως απρεπής. Σε αυτή τη φάση της αντίστασης εκείνος οδηγούσε το χορό, ως ευφραδής ρήτορας και νταής τζογαδόρος ταυτόχρονα. Δυναμωμένος από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου, αξίωνε να ξαναρχίσει το πόκερ του ψέματος και να βασιστεί αποκλειστικά στη δύναμη των προσχημάτων. Αυτά δεν ήταν εντελώς εικονικά. Είχαν μια πραγματικότητα. Ήταν οικονομική: επρόκειτο για τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που έκαναν φτερά από τη χώρα και συγκεκριμένα από τις ήδη σοβαρά αποδυναμωμένες τράπεζές της, λόγω της αστάθειας των αβέβαιων και παρατεταμένων διαπραγματεύσεων.

Η αποτελεσματικότητα των κατ’ επίφασιν

Η προσποίηση είχε όμως και κάποια αποτελεσματικότητα συμβολικής και φαντασιακής τάξης: την ικανοποίηση της πρόκλησης από τον Δαβίδ στον Γολιάθ και το πείσμα του να τού αντισταθεί. Σε «μια χώρα της οποίας η αντίσταση στην καταπίεση και στις αλλεπάλληλες κατακτήσεις έχει μια ιδιαίτερη ιστορική πυκνότητα»3 αυτό το γεγονός αποκτά μεγάλη σημασία. Η πρόκληση, αν και λεκτική, δεν ήταν λιγότερο πραγματική. Κόστισε ακριβά στους Έλληνες και έγινε προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητά της: να αποτίσει το φόρο τιμής, ο οποίος οφείλεται στην απόλαυση της ομιλίας. Απόλαυση του να μπορείς να πάρεις το λόγο, να τον επιβάλεις, να μιλάς δυνατά και κοφτά ακόμη και όταν η ομιλία ρέπει προς το βερμπαλισμό. Να μιλάς για να μιλάς, να μιλάς για να εκφράσεις το δικαίωμα να έχεις δικαίωμα να μιλάς, για την εξάσκηση αυτού του υπέρτατου δικαιώματος, συμπυκνωμένου στην καθαρή του μορφή, εφόσον η δύναμη να αποφασίσεις σού διαφεύγει. Παρόλα αυτά, η ομιλία αν και ανάγεται στην εκστόμιση, έστω άκυρη και με μηδενικό αποτέλεσμα στην τάξη της πραγματικότητας που στοχεύει, αυτή η ομιλία είναι δική μου, είναι σημαντική: είναι κάτι που ο Άλλος αδυνατεί να μού αφαιρέσει. Και μάλιστα συνιστά το πλεονέκτημα που μπορώ να έχω απέναντί του: αδυνατεί να με κάνει να σωπάσω.

Το γεγονός της συμβολικής (να σου πέφτει λόγος), αλλά και της φαντασιακής ικανοποίησης (η αυτοεκτίμηση στα μάτια του Άλλου) έγινε το πραγματικό όφελος όλης αυτής της περιόδου των «διαπραγματεύσεων», και μάλιστα η μόνη πραγματικότητά της. Στ΄ αλήθεια, η ρητορική της πυγμής, οι κατάρες και οι ικεσίες, οι λοιδορίες και οι ύβρεις ήταν τα μόνα όπλα του Σύριζα στην αντιπαράθεσή του με την Τρόικα. Η αφέλεια αυτής της στάσης και δη η απρέπειά της, όπως επίσης και η ανετοιμότητα των ελλήνων διαπραγματευτών καταγγέλθηκαν αυστηρά. Προφανώς, Όλα αυτά ισχύουν. Δεν επαρκούν όμως να αιτιολογήσουν την απίστευτη εθελοτυφλία που βασίλευε στην παράλογη πεποίθηση σύμφωνα με την οποία, ο αλαζονικός λόγος ακόμη και με προηγμένη και τεκμηριωμένη θεωρητική διατύπωση θα μπορούσε να κερδίσει από μόνος του το παιχνίδι, και πως η απλή δύναμη της λογικής επιχειρηματολογίας, με το απειλητικό ύφος της έκφρασης, θα μπορούσε να νικήσει.

Κάτι άλλο διακυβευόταν και δρούσε υπόγεια κινητοποιώντας τους πρωταγωνιστές και τους γοητευμένους θεατές δηλαδή τους πολίτες, οι οποίοι παρακολουθούσαν εμβρόντητοι τους καυγάδες των θεσμών. Η πολιτική εθελοτυφλία πήγαζε από μια λιβιδινική δύναμη, στην ομιλία δηλαδή που απαιτούσε να απολαύσει, και ακριβέστερα να γίνει αντικείμενο απόλαυσης. Θα ισχυρίστούμε πως η απόλαυση της λαλιάς ήταν ο πυρήνας της παράλογης πίστης στις υποτιθέμενες ως σίγουρες αρετές της πάρλας. Παρασυρμένοι από το κύμα της «απολαμβάνουσας λαλιάς», δηλαδή της απόλαυσης του ρητορισμού, ο Τσίπρας και ο τότε κακός δαίμονας του, ο Γιάνης Βαρουφάκης, αποδέχτηκαν να εμπιστευθούν την αποτελεσματικότητα του ρητορεύω ως το απόλυτο πολιτικό όπλο. Θέλησαν να το πιστέψουν ακράδαντα, πόσο μάλλον που δεν διέθεταν άλλο. Αυτό το γνώρισμα του βερμπαλισμού, δηλαδή του λόγου που αρέσκεται να αφήνεται στο λίκνισμα της πληθωρικής ρητορικότητάς του, απελευθερωμένου από την αρχή της πραγματικότητας, είναι χαρακτηριστικό του συριζαϊκού λόγου. Διαπότισε τόσο την προεκλογική του εκστρατεία όσο και τις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα και το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015.

Λέγοντας «όχι»
Πολλοί έχουν αναρωτηθεί σχετικά με τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν τον Αλέξη Τσίπρα να καταφύγει στο δημοψήφισμα και να θέσει το ερώτημα στους πολίτες αν αποδέχονται ή όχι την λιτότητα που επιβλήθηκε από την Τρόικα. Η απότομη πρωτοβουλία αναστάτωσε. Την παραμονή μάλιστα της ανακοίνωσης, ο έλληνας Πρωθυπουργός είχε φανεί έτοιμος να συναινέσει στις απαιτήσεις της Τρόικας. Ούτε μια εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα, με βάση την υπογραφή, η οποία επικύρωσε ό,τι είχε απορριφθεί μαζικά από το εκλογικό σώμα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το δημοψήφισμα ήταν «μια επιτυχής παραπραξία» δηλαδή μια λογικά ασυνεπής πράξη. Ο Τσίπρας, στην πραγματικότητα, ήταν μεταξύ δύο πυρών: μεταξύ των δύο πολιτικών γραμμών που συγκρούστηκαν στην κορυφή του κράτους από την εκλογική νίκη του Σλυριζα τον Ιανουάριο του 2015.5 Η γραμμή της παράδοσης που είχε κατ΄ αρχάς εκφραστεί με χαμηλούς τόνους, αξίωνε τώρα την τελευταία στιγμή να ολοκληρωθούν πάραυτα οι διαδικασίες (το υπάρχον δεύτερο σχέδιο οικονομικής βοήθειας έληγε στις 30 Ιουνίου), ενώ η γραμμή Βαρουφάκη σκόπευε να σκληρύνει την αντίσταση, στοιχηματίζοντας, είναι αλήθεια στο 50% των πιθανοτήτων κατά τα λεγόμενα του ίδιου, πως η Τρόικα τελικά θα υποχωρούσε. Απρόθυμος να αναλάβει την αποκλειστική ευθύνη για την συνθηκολόγηση, σε αντίθεση με τις πιο επίσημες προεκλογικές δεσμεύσεις του, ο Τσίπρας αποφάσισε να δραπετεύσει από την αντίφαση κάνοντας έκκληση στους ψηφοφόρους. Το κόλπο ήταν στρεβλό. Παίζοντας το παιχνίδι της άμεσης δημοκρατίας εναντίον της αντιπροσωπευτικής, Επρόκειτο να αποδώσει την ευθύνη στους εκλογείς με τρόπον ώστε η ψήφος τους να είναι εκκενωμένη από κάθε πραγματικό πολιτικό νόημα6. Το «όχι» που ζητούσε από τους ψηφοφόρους θα ήταν, ισχυρίστηκε, ένα επιπλέον πλεονέκτημα (αναρωτιόμαστε με ποιον τρόπο) στην «διαπραγμάτευση» προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ευνοϊκή συμφωνία. Αυτό σημαίνει, δεδομένου του ιδιαίτερα ασήμαντου λόγου που υποτίθεται το αιτιολογούσε, ότι υπό αυτές τις συνθήκες, το δημοψήφισμα ήταν αυτοσκοπός. Από αυτή την άποψη, ήταν ένας επιτυχημένος χειρισμός. Ήταν όμως και αστοχία, καθώς αναβίωνε μια ελπίδα, η οποία έμελλε να διαψευσθεί σύντομα. Οι συνέπειες της απογοήτευσης, και μάλιστα της κακίας, έγιναν αισθητές στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Το ποσοστό της αποχής έφτασε το 43,4% του εκλογικού σώματος ενώ ο Σύριζα κατέγραφε μια πτώση 26% σε σχέση με την εκλογική του δύναμη του Ιουλίου. Από τα 6,1 εκατομμύρια εκλογείς που ψήφισαν «όχι» στο δημοψήφισμα όπως υπαγόρευε ο Σύριζα, 1,6 εκατομμύρια απείχαν.7

Το «όχι στην πολιτική της λιτότητας που επέβαλε η Τρόικα» όπως εκφράστηκε από 62% των εκλογέων στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου ήταν συνεπώς αποκλειστικά ένα «όχι» άρνησης. Δεν υπαγόρευε την πολιτική που θα έπρεπε να επακολουθεί. Αδυνατούσε να την υπαγόρευσει γιατί το «όχι» ήταν εγγενώς αντιφατικό και λογικά ασυνεπές ταυτόχρονα. Πράγματι, ήταν ανόητο να απορριψουν τους δραστικούς όρους, οι οποίοι επιβάλλονταν από την Ευρώπη ως προϋπόθεση για οικονομική βοήθεια, καθώς ταυτόχρονα αξίωναν να παραμείνουν υπό τον ζυγό του ενιαίου νομίσματος. Αυτή ήταν η αντίφαση των 2/3 των ελλήνων εκλογέων. Ήταν επίσης η πραγματικότητα του «όχι»: ήταν μάταιο, πολιτικά κενό νοήματος. Ήταν αερολογία όπως η συνέχεια το απέδειξε με κραυγαλέο τρόπο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το «όχι» ήταν άνευ σημασίας. Απεναντίας, η σημασία του ήταν υπερκαθορισμένη, δηλαδή πολλαπλή και αντιφατική, και ως εκ τούτου συγκεχυμένη. Το «όχι» εξέφραζε πρώτα από όλα τον θυμό και την εξαγρίωση ενός λαού που τον κακομεταχειρίζονται σκληρά εδώ και πέντε ολόκληρα χρόνια. Εξέφραζε επίσης με σφοδρότητα την διαμαρτυρία και την εχθρότητά του, και μάλιστα την διάθεσή του να επαναστατήσει ενάντια στο ζυγό της υποταγής. Όμως, εξέφραζε εξίσου τη δέσμευσή του στο ενιαίο νόμισμα, την ευχή του να μπορέσει να επικαλεστεί την αλληλεγγύη της Ευρώπης, την προσήλωσή του στην ευρωπαϊκή Ένωση, την ευχή του για μια «Ευρώπη των λαών» πιο δημοκρατική και ασφαλώς λιγότερο άδικη. Όμως, το μήνυμα που διατυπώθηκε δεν υπαγόρευε την κατεύθυνση. Συγκεκριμένα, δεν έλεγε κάτι για την παραμονή ή όχι στο ευρώ υπό τους αυστηρούς όρους της Τρόικας. Ως εκ τούτου, αυτό το «όχι» δεν είχε αξία παρά μόνο καθεαυτό, παρά μόνο στη σημασία του ως «όχι», στο ίδιο το γεγονός ότι είχε ειπωθεί και επισήμως γνωστοποιηθεί. Ήταν ένα «όχι» επιτελεστικό : έλεγε και έκανε «όχι». Η αξία του περιορίστηκε σε αυτό. Ήταν ένα όχι χωρίς κόστος και συνέπειες. Ήταν μια γλωσσική πράξη, του ίδιου επιπέδου με τη δήλωση αγάπης ή μίσους. Ήταν δηλαδή αυτοσκοπός, και πήρε ικανοποίησή από τον εαυτό του: λέμε «όχι» όπως λέμε «άει σιχτίρ!». Από τη στιγμή που ειπώθηκε, έγινε και προχωράμε, αυτό ήταν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι διακόπτουμε. Τουναντίον, αυτό θέλει συχνά να πει ότι συνεχίζουμε μαζί όπως η καθημερινότητα της ζωής του ζευγαριού το αποδεικνύει κατ’ επανάληψη. Ως προς αυτό, ήταν ένα «όχι» περισσότερο πεζό παρά ηρωικό, σε αντίθεση με αυτό που ορισμένοι πιστεύουν. Η εξέλιξη των γεγονότων το επιβεβαίωσε. Ο Τσίπρας έβαλε την υπογραφή του στο κάτω μέρος του 3ου Memorandum of Understanding χωρίς να πει κιχ, δεσμευόμενος ωστόσο για μία ακόμη φορά να περιορίσει τη ζημιά. Αυτός ήταν ο τρόπος του να δικαιώσει την λαϊκή αποδοκιμασία η οποία είχε εκφραστεί σαφώς λίγο πριν, καθώς επίσης και το δικό του αίσθημα («Δεν πιστεύω σε αυτήν την πολιτική που μας έχει επιβληθεί»).

Μια έμπρακτη ερμηνεία
Το δημοψήφισμα, ως εκ τούτου, ήταν από τον Τσίπρα, η έμπρακτη ερμηνεία του λαϊκού αισθήματος και διάθεσης. Δεν ήταν προμελετημένη ενέργεια με σκοπό την ερμηνεία. Ήταν μάλλον ένας αδέξιος χειρισμός. Όμως, η ερμηνεία έγινε και ήταν πετυχημένη. Ήταν πράγματι σημαντικό να δοθεί ο λόγος στον «Λαό». Ήταν η ουσία αυτού που του απέμενε από τον όλεθρο, τον οποίο είχε υποστεί και θα έπρεπε να συνεχίσει να υπομένει. Στ΄ αλήθεια, ήταν σημαντικό να του παραχωρηθεί ο λόγος: να τον αφήσει να ικανοποιηθεί με τον λόγο, να περιοριστεί στην ικανοποίηση του λόγου. Από τη στιγμή που το «όχι» ειπώθηκε και καταχωρήθηκε επισήμως, ο Τσίπρας περνούσε με κάθε φυσικότητα στην πολιτική του συναινετικού «ναι» στην Τρόικα. Δεν είναι ότι το «όχι» μεταλλάχθηκε ξαφνικά σε «ναι», όπως ειπώθηκε. Είναι ότι το «όχι» πήρε τη διάσταση στην οποία θα βρεθεί οριστικά αναγόμενο: εκείνη ενός «τραυματικού όχι», σημαίνοντος ολομόναχου, επιτελεστικού, εκτός πολιτικού νοήματος, εγγεγραμμένου ίχνους της απόλαυσης που έλαβε χώρα, της συλλογικής διακήρυξης, του ίδιου του «λέω όχι». Οι θερμοί εναγκαλισμοί και η παράφορη αγαλλίαση στην πλατεία Συντάγματος το βράδυ του δημοψηφίσματος, δεν σήμαιναν τίποτε παραπάνω από ένα πλεόνασμα απόλαυσης που έχει υπεξαιρεθεί από τους ισχυρούς της Ευρώπης, ενώ στο Μέγαρο Μαξίμου, σύμφωνα με την θλιμμένη ομολογία του Βαρουφάκη, κυριαρχούσε ατμόσφαιρα απογοήτευσης και της μελαγχολίας μπροστά στα ζοφερά πρωινά όπου θα έπρεπε να εκτελέσουν τις θυσίες, οι οποίες μόλις είχαν καταγγελθεί με τη μέγιστη σοβαρότητα από την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Το «όχι» έπεφτε λοιπόν παρωχημένο, νεκρό γράμμα, και caput mortuum ενός συναισθήματος απόλαυσης που δεν είχε χρησιμεύσει σε τίποτε παρά μόνο στο να ικανοποιηθεί το ίδιο. Αυτή ήταν όλη η πολιτική του χρησιμότητα.

Συνεπώς, είναι κατανοητό ότι οι κοινοβουλευτικές εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 κάθε άλλο παρά τιμώρησαν τον Τσίπρα. Τουναντίον. Από την εκπληκτική του μεταστροφή κατά 180ο (ο ίδιος θα έλεγε κατά 360ο σύμφωνα με το ολίσθημα που του είχε ξεφύγει με τρόπο ανεπαίσθητο σε κάποια από τις πρόσφατες ομιλίες του)· πώς θα μπορούσε να σημάνει πιο ξεκάθαρα ότι στην πραγματικότητα επανερχόταν αμετάβλητος στο σημείο εκκίνησης του; Το ασυνείδητο, ενίοτε φλύαρο και σκανταλιάρικο, μπορεί επίσης να προστρέξει στη βοήθεια της αλήθειας που καίει και να δώσει φωνή… – η πλειοψηφία των εκλογέων δεν του κράτησαν κακία. Κάηκε ωστόσο αρκετά η γούνα του, αυτό είναι γεγονός. Κέρδισε τις εκλογές ενώ η πολιτική του μετατρεπόταν ακριβώς σε εκείνη που κατήγγειλε ακούραστα τα ατελείωτα χρόνια της κρίσης, επειδή οι εκλογείς τον είχαν αθωώσει. Δεν είχε προσπαθήσει, δεν είχε αντισταθεί όσο μπορούσε; Δεν το έβαλε κάτω, ούτε είχε αρνηθεί τώρα να συνεχίσει να αγωνίζεται. Οι δηλώσεις προθέσεων και οι προφορικές διακηρύξεις του υποψήφιου Τσίπρα κατά την επανεκλογή του ήταν λοιπόν αρκετές για να κερδίσει την υποστήριξη των ψηφοφόρων. Το γεγονός προκάλεσε την έκπληξη. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ομολόγησε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει, καθώς όπως προσθέτει, «δεν είμαι Έλληνας»8. Είναι άραγε απαραίτητο η λογική της υπόθεσης να είναι σε τέτοιο σημείο κρυπτική ώστε να χρειάζεται να είσαι «Έλληνας» για να έχεις πρόσβαση; Ωστόσο, η υπόθεση είναι απλούστατη: δείχνει ότι παρόλα τα δεινά του, το εκλογικό σώμα, στην πλειοψηφία του, είναι απλά ευτυχές με τον Αλέξη Τσίπρα. Εκτιμάει εκείνον που αντιλαμβάνεται ότι το υπερασπίζεται ειλικρινά, τον αδύναμο που αντιστάθηκε στους ισχυρούς, εκείνον που φέρει τον λόγο του και του δανείζει την φωνή του. Δεν είναι ότι πιστεύει στις πιθανότητες επιτυχίας του αρχηγού του. Τον πιστεύει κατά το ήμισυ, όμως είναι πεπεισμένο ότι υπάρχουν χειρότερα, και αποστρέφεται το «παλιό σύστημα». Δεν πιστεύει τις υποσχέσεις του Τσίπρα, είναι παραμυθιασμένο μόνο κατά το ήμισυ. Όμως αρέσκεται να τις ακούει και εκτιμάει να τού τις απευθύνει.

Με αυτήν την έννοια, ο Τσίπρας συνιστά από μόνος του ολόκληρη πραγματολογία: ένα λέγειν με αξία πράττειν. Κατέχει την δεινότητα και το ταλέντο να τα βγάλει πέρα με το αδύνατον παίζοντας με την ίδια του την ανημπόρια. Την λέει, την δείχνει, είναι το νόημα που δίνει στο ομιλείν αληθώς στο οποίο εξασκείται, και εναλλακτικά στην παρρησία, δηλαδή στην ψευδόμενη αλήθεια. Αυτό για την ώρα αρκεί για την ικανοποίηση του εκλογικού σώματος. Οι ψηφοφόροι του χαιρετίζουν αυτό το σημάδι σεβασμού προς τον εαυτό τους και θεωρούν αμελητέο το πολιτικό ψεύδος. Είναι θεμιτό να προκριθεί ο Σύριζα στην εξουσία σαν δημαγωγός, ανίκανος, αφελής ή ακαδημαϊκός και ακόμα, αν αναλογιστούμε το Βαρουφάκη, κοσμητικός. Είναι εξίσου δεκτό να τον χαρακτηρήσουμε τουναντίον τολμηρό, ηρωικό, πραγματιστή και ρεαλιστή. Ένα σημείο παραμένει αναμφισβήτητο, για τη χαρά μας ή για τη λύπη μας: ο Σύριζα πάντα φροντίζει να εξοφλήσει το αντίτιμο που αρμόζει στην απόλαυση του προσποιητού. Σε αυτό ανταποκρίνεται η μυθοπλασία των μεγαλόφωνων προεκλογικών υποσχέσεων, οι οποίες εκστομίζονται δίχως αυτοσυγκράτηση και ύστερα αναβάλλονται επ’ αόριστον.9 Αυτό επίσης χαρακτηρίζει το «όχι» του δημοψηφίσματος με την απλή δηλωτική εμβέλεια του. Αντιστοιχεί και στο «ναι» στην Τρόικα, αληθινό και ψεύτικο συνάμα, ειλικρινές και πλαστό ταυτόχρονα, το οποίο αναβαθμίζεται με την υπόσχεση στον λαό για μια παράλληλη πολιτική με στόχο να αντισταθμίσει τις τοξικές επιπτώσεις του μνημονίου.

Εν ολίγοις ο Αλέξης Τσίπρας (αυτοπροσώπως και πέραν του Σύριζα) διασφαλίζει εφεξής το μαστορεμένο δέσιμο του αδύνατου με το κατ’ επίφασιν, το οποίο προορίζεται να κάνει το αδύνατο υποφερτό. Εκείνον ανέδειξαν οι κοινοβουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, στην προέκταση του δημοψηφίσματος του Ιουλίου, που ήταν αληθινό plebiscitum. Εκείνος είναι πλέον το όνομα του ελληνικού συνθώματος, ήτοι του sui generis τρόπου συσχέτισης με το λογικά άλυτο και τη δημιουργία, με βάση αυτό, μιας συλλογικότητας με όρο κάποιο αντίτιμο για την απόλαυση. Αν δεν είναι η καλή, είναι η λιγότερο κακή λύση, εφόσον υπάρχουν χειρότερα. Είναι η γκριμάτσα του πραγματικού που μακιγιάρει το ελκυστικό χαμόγελο της νεολαίας. Μπορεί άραγε αυτή τη στιγμή, ο κόσμος να φτιάξει καλύτερο όνειρο για να φυλαχτεί από το άγχος της νύχτας που έρχεται;

Αθήνα, 4 Νοεμβρίου 2015
Μετάφραση: Πολίνα Αγαπάκη

1 Mediapart, 22/7/2015

2 Βλ. τη συνέντευξή του στη Libération της 19ης Οκτωβρίου 2015, http://www.liberation.fr/…/wolfgang-schauble-il-n-y-a-pas-d…

3 Alain Badiou, « L’impuissance contemporaine », in Le symptôma grec, Lignes, Paris, 2014, σελ. 211.

4 Stathis Kouvelakis, « Greece : the struggle continues », Jacobin 14/7/2015, https://www.jacobinmag.com/…/tsipras-varoufakis-kouvelakis…/

5 Όμως, ο Τσίπρας δεν έθεσε το ερώτημα, το μόνο εύστοχο τότε, αν δηλαδή ήθελαν ή όχι να παραμείνουν στη ζώνη του ευρώ δεδομένων των συνθηκών σκληρής λιτότητας που η Τρόικα τους επέβαλε. Το ερώτημα δεν τέθηκε, καθώς θα έπρεπε να απομακρυνθεί ο λίαν πραγματικός κίνδυνος ενός «όχι», που θα ήταν, επιπλέον, μοιραίο για τον Σύριζα. Η πολιτική «ΤΙΝΑ» έπρεπε να διαφυλαχθεί. Διότι η πολιτική «ΤΙΝΑ», δηλαδή η απόφαση να παραμείνει με κάθε τίμημα στο κοινό νόμισμα, ήταν από το 2012 η σταθερή γραμμή του Σύριζα. Η προπαγάνδα του κόμματος δεν επαναλάμβανε συνεχώς ότι η Ελλάδα δεν θα έβγαινε από το ευρώ; Ήταν γεγονός ότι οι Έλληνες, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% δεν το επιθυμούσαν.

6 Varoufakis Yanis, « La Grèce sans illusions », Mediapart, 6/10/2015.

7 Πρόκειται πιθανόν για αυτή την παράτολμη γλωσσική πράξη που ο φιλόσοφος αρέσκεται να προκρίνει ως «μεγάλη ηθικο-πολιτική πράξη». Όμως, θα αναρωτηθούμε, πού ήταν το μεγάλο ρίσκο που υπήρχε στην δυνατή κραυγή της αγανάκτησης, εφόσον είχε απομακρυνθεί η ηρωική και αυτοκτονική πράξη του άλματος στο κενό εκτός του ευρώ; Η «μεγάλη ηθικο-πολιτική πράξη» ήταν άραγε το ίδιο το γεγονός της συνειδητοποίησης του αφόρητου της οδύνης, ενώ δεν υπάρχουν τα πραγματικά μέσα για την αποκατάσταση; Εν ολίγοις, η ομολογία της συλλογικής ανημποριάς μπροστά στο αδύνατο;

8 Παραπομπή στη συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα Libération στις 19 Οκτωβρίου 2015, και η οποία αναφέρθηκε νωρίτερα.

9 Ποιος αναφέρεται πια σήμερα για το θνησιγενές πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, αιχμή του δόρατος της νικηφόρας εκστρατείας του Σύριζα πριν από μόλις 9 μήνες;

Ατάκα κι επιτόπου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s