τα ταμπού σου άρχισαν να με κουράζουν καθώς επέμενα ότι το τοτέμ έπρεπε να φαγωθεί για το καλό όλων του πριν και του μετά του αύριο και του τώρα χωρίς να μπορώ να εξηγήσω τη δίνη των πράξεών σου ή την υστερία της φυσικής σου ροπής για τέλος δίχως να ξεχωρίζω τις επενδύσεις σου ούτε να καθορίζω την πηγή δυστυχίας του πολιτισμού τους που με τόσες αναστολές οικοδόμησαν μια αυταπάτη στο βωμό της ψεύτικης ευτυχίας που ποτέ δεν χαρίζεται αλλά δανείζει στιγμές ευτυχίας φευγαλέες σαν δροσοσταλίδες που χαϊδεύουν το μάγουλο παιδιών μια ανοιξιάτικη βροχή είδαν τα κλειστά μάτια του ψυχισμού μας φωνάζοντας βοήθεια τρέχοντας μακριά πέφτοντας στο χώμα και ενώνοντας με τον καταρράκτη των αισθήσεων της παρανοϊκής λογικής του εγώ του αυτού και του άπειρου.
παλιά το παιδί φοβόταν το θάνατο.
το βράδυ σκεπαζόταν μέχρι το κεφάλι με τα σκεπάσματα, και χωνόταν κάτω από το μαξιλάρι.
προσευχόταν πού και πού, και καθησυχαζόταν με τον πατέρα που ροχάλιζε στο διπλανό δωμάτιο.
μετά έμαθε ότι ο θάνατος δεν πονά αλλά σταματά τον πόνο.
και άρχισε να νιώθει πιο ελεύθερο.
σταμάτησε να προσεύχεται και άκουγε μόνο τις νότες και τα λόγια που τον εξύψωναν μέχρι το μεγαλείο του Υπεράνθρωπου.
μόνο η ζωή κατάφερνε να τον πονά.
ήταν σίγουρο πια. ο πόνος ήταν εκεί να του πει πως δεν είναι τίποτα το σημαντικό. έτσι, έκανε τον πόνο τον καλύτερό του φίλο. τον μοναδικό του φίλο.
τον αγκάλιαζε, του πήγαινε δώρα, δεχόταν τις ευχές του, δεν τον αποχωριζόταν.
όταν έφευγε για λίγο μακριά του γελώντας, ένιωθε τύψεις.
και έτρεχε να τον ξαναβρεί.
ώσπου τελικά στην μεγαλύτερή του απόπειρα να τον αγκαλιάσει, πέθανε και δεν μπόρεσε πια να ξαναβρεί τον πόνο που τον έκανε να δημιουργεί.
η αδράνεια τώρα έγινε ο φίλος του.
όπως και πριν την ύπαρξη.
το μηδέν.
οι αποκλίσεις μηδενίστηκαν, τα συν και τα πλην εξισορροπήθηκαν.
η ανία της αιώνια στιγμής ήρθε αδυσώπητη και κρύα.
η θυσία του για εμάς δεν πήγε χαμένη.
ευτυχώς έμειναν τα λόγια του να μας ξυπνάνε και να μας βγάζουν από τη δική μας αδράνεια.
“You’ re all a bunch of fucking idiots!
Let people tell you what you’re gonna do.
Let people push you around.
How long do you think it’s gonna last?
How long are you gonna let it go on?
How long are you gonna let ‘em push you around?
How long?
Maybe you like it, maybe you like being pushed around.
Maybe you love it, maybe you love it, your face stuck in the shit, come on.
Maybe you love getting pushed around.
You love it, don’t ya?
Do you love it?
You’re all a bunch of slaves, let everybody push you around.
What are you gonna do about it?
What are you gonna do about it?
What are you gonna do about it?
What are you gonna do about it?
What are you gonna do about it?
WHAT ARE YOU GONNA DO?”
2.
καταδικασμένοι να κυνηγάμε τη δυϊκότητα μέχρι το τέλος. έχει πιο πολύ πλάκα έτσι, δε συμφωνείς?
και πώς αλλιώς να το καταφέρουμε αυτό?
τρέχουμε.
σε διαφορετικές, παράλληλες, εφαπτόμενες, και -με λίγη παραπάνω συγκρατημένη αισιοδοξία- τεμνόμενες πορείες.
ο ουρανός μάς θυμίζει την ξεχασμένη μας παιδικότητα. όχι χαμένη όμως.
λέξεις, υποσχέσεις, όνειρα και ματαιοδοξία.
χτυπάμε και πονάμε τους γύρω μας για να απαλύνουμε τη μοναξιά μας.
πρέπει να αποδράσουμε. θέλουμε να αποδράσουμε. το ονειρευόμαστε.
λόγια λόγια λόγια.
η ψυχή σου διψά για σεξ και θάνατο.
πολλές φορές τα βρίσκει την ίδια στιγμή και κάνει το Αυτό να αγκαλιάζει το ΥπερΕγώ, κάνοντας το Εγώ να ζηλεύει.
οι απωθήσεις σου, οι μετουσιώσεις της ύπαρξης σου, επενδύουν πάνω σε άγχη προπατορικού φόβου.
τις ορμές σου αγαπώ πιο πολύ, τώρα που τις μαθαίνω και εξακολουθώ να μην τις κατανοώ.
ποιος θα νικήσει στη μεγάλη μάχη των τριών?
μπορεί και να μη χρειάζεται τίποτα παραπάνω.
παρά μια νύχτα που να μας βρει αγκαλιά.
μια γλυκιά νυχτιά που θα πεθάνουμε μαζί ο ένας για τον άλλο, ενώνοντας τη ματαιότητα των υποστάσεων μας.
τουλάχιστον ας κάνουμε όμορφες αυτές τις λίγες στιγμές ηρεμίας και παραπαίουσας ευτυχίας.
η ψευδαίσθηση μπορεί να περιμένει.
βροχή και μιζέρια.
πόσο κουραστήκατε ε?
δεν ξέρω αν παλέψατε, αν είδατε στον καθρέφτη αυτό που ονειρευτήκατε, αλλά σίγουρα το τζάμι ζητά να γίνει θραύσματα για να λυτρωθεί.
η σκιά μου κουράστηκε να με ακολουθεί.
και δεν ακούω ούτε τη φωνή μου με το μποτιλιάρισμα εκεί έξω.
και τα λόγια αυτή τη φορά μοιάζουν μη αναγκαία και κακά.
ας μιλήσει το πιάνο και ας σωπάσουν όλοι όσοι τρέχουν.
γιατί δε θα φτάσετε ποτέ και το ξέρετε, το τρέμετε, και κλείνετε τα μάτια στον γκρεμό που σκάψατε.
προχωρήσατε σαν περαστικοί και όχι σαν ταξιδιώτες.
και φύγατε χωρίς να κοιτάξετε πίσω ή μπροστά, παρά μόνο κάτω.
το κεφάλι στο πάτωμα, το μυαλό στο χώμα.
το μεγαλειώδες παράδοξο που έλυσες με μια σου λέξη -κοιτώντας πίσω τον καιρό που ήσουν πιο ελαφρύς και ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά σχετικά και πιο αργά χωρίς οι ανάσες σου να πνίγουν τους λύκους χωρίς τα μάτια της να σου γκρεμίζουν το τείχος μα με λαμπρά μεγάλα βήματα πτηνού διαστημικού- χόρεψες ξανά γύρω από τους γαλαξίες διατηρώντας ελεύθερη τροχιά κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι μεθυσμένη και ερωτική μου ψιθύρισες ότι έχεις ακέραιο σπιν και όλα έγιναν αληθινά όλα έγιναν καπνός και πάλι μετά φωτιά και ξανά το μεγάλο μπανγκ βρήκε τη φωλιά του στην καρδιά μου που άρχισε πρώτη φορά να διαστέλλεται εκθετικά κάνοντας το άπειρο να μοιάζει με μια δροσοσταλίδα υγρών χειλιών που χαμογελούν παιχνιδιάρικα και ουρλιάζουν τη σιωπή.
τρέχουμε μαζί.
έχει αρχίσει να μ’ αρέσει αυτός ο ίλιγγος.
η σαύρα έρπει στο σκοτάδι και κάνει το δωμάτιο να μοιάζει ακόμα πιο μικρό.
το φίδι δεν είναι πια ερπετό, έγινε λύκος και έφυγε στη στέπα.
πήρε κάτι από μένα μαζί του.
η φωτιά καίει το πορτρέτο και σβήνουμε κι εμείς μαζί της.
το αμάξι τρακάρει και βγαίνει έξω ο οδηγός.
ποιος χάλασε τα φρένα?
ποιος προδότης υπάρχει εδώ?
η άγριά μου αγάπη χαμογελά πονεμένη.
οι παλιοί οιωνοί.
η όαση με τις μελωδίες της και ο δρόμος που αλλάζει επιστρέφει και πάλι αλλάζει.
περιμένουμε τον βάλτο να ανθίσει και τα πουλιά να ουρλιάξουν.
δεν είναι καιρός αυτός για τιτιβίσματα.
ούτε για σιωπές.
θα περιμένω λίγο ακόμα.
το μπλε λεωφορείο θα έρθει.
είναι το ψιλόβροχο?
είναι τα φύλλα που έπεσαν?
είναι το κρύο που μας πάγωσε?
οι σκιές πληθαίνουν καθώς το τρένο περνά και φυσά και σκίζει το ποτάμι των θερμοσιφώνων από την κρυμμένη πόλη που χαμογελά για πρώτη φορά με ειλικρίνεια μπροστά στο φακό που μας αποθανατίζει χωρίς φλας χωρίς εικόνα χωρίς λόγια σε αυτόν τον καταιγισμό συναισθημάτων και ονείρων ανείπωτων ανεκπλήρωτων ανήθικων γύρω από τη σαύρα που έρπει κοντά στη βασίλισσα καθώς η τίγρη γίνεται κουκουβάγια και νεράιδα και ύπνος και αρχή και μέση και τέλος παράλληλα με τις σπίθες της φωτιάς που γλύφουν την άμμο τρώνε τα σωθικά μου και ανεβαίνουν τον τοίχο που οδηγεί στο μπαλκόνι σου και σαν άλλος ρωμαίος τρέμω και κλαίω και σου υπόσχομαι αιώνια αγάπη χωρίς θάνατο χωρίς αυτοκτονία λέγοντας το μεγαλύτερο ΝΑΙ στη ζωή στο τώρα στο πριν και το μετά των στιγμών που σε χάραξαν και σε έφεραν εδώ κοντά μου δίνοντας μου το άσβηστο χαμόγελο που μόνο εσύ ξέρεις.
είναι το γέλιο σου που ήρθε πάλι?
είναι η αγάπη σου?
είναι τα μάτια μας?
χορεύεις.
πού κοιτάς?
σε ποιον χαμογελάς?
ξέρω ότι σε τραβά το μυστήριο μωρό μου.
γιατί με καλείς μεσάνυχτα?
σήκωσε το ακουστικό σου και άκου με.
οι χτύποι της καρδιάς σου ανεβαίνουν και τα μάγουλά σου κοκκινίζουν.
χαμογελάω πονηρά σαν λύκος.
πρέπει να σε χορέψω.
πρέπει να πάμε μαζί βόλτα απόψε.
στο vintage αμάξι μου.
θες?
δεν περιμένω απάντηση.
απόψε πραγματικά μιλάει ο χορός, η μουσική και τα μάτια σου.
που κοιτάνε παντού και δεν εστιάζουν πουθενά.
θα τα κάνω δικά μου.
πήρα φωτιά και μεθάω.
αναστεναγμοί, ιδρώτας, και αλκοόλ.
..είναι η απόσταση, το ξέρω.
τα φύλλα που πέφτουν πιο νωχελικά αυτό το φθινόπωρο.
οι αλλαγές που έρχονται σιγά, αλλά έρχονται.
κάθε χρονιά μοιάζει ξεχωριστή από εδώ και πέρα.
με τα χαμόγελα μας, με τα νέα πρόσωπα, και τα τραγούδια που χαράζουν τις στιγμές μας.
η φωτιά που ανάβουμε στον λόφο για να ζεσταθούμε, και ο άνεμος που τη χαιδεύει.
η σαύρα μέσα μου έρπει και γελάει.
ξέρει πιο πολλά από μένα.
η παπαρούνα με μεθάει και μοιάζει διπλή, τριπλή, πολλαπλή.
δε με βοηθά να συγκεντρωθώ.
πολύς θόρυβος. πολύ χάος. πολύ απ’ το πολύ.
και αρχίζω να ξεφυσάω πάλι.
δεν ξέρω αν είναι αργά. αν είναι νωρίς. αν πρέπει ή να μην πρέπει. πια.
αλλα δε με νοιάζει. θέλω να μη με νοιάζει.
θέλω την κάθαρση που μου δίνεις.
θέλω τη λάμψη.
θέλω το απόλυτο.
και θέλω να υπάρχω σε πολλές στιγμές.
και να τραγουδάω, να σου τραγουδάω και να να να να να.
αγκαλιάζουμε το χάος και δεν κρυώνουμε.
κοιτάμε τα παλιά και γελάμε με τις ανοησίες μας.
λάμπουν τα μάτια σου, κλαίμε, και πάλι λάμπουν. πού? δεν υπάρχει αλλού.
το χέρι σου είναι μέσα στο δικό μου.
όλα αλλάζουν και γίνονται ομορφότερα.
όπως το μπλε λεωφορείο, η γαλάζια κυριακή και το μαντολίνο που δακρύζει από ευτυχία.
όχι δεν είναι μάταιο.
πρέπει να σταματήσει να είναι γλύκα μου.
ανοίγουμε τα μάτια και χαμογελάμε.
τριγύρω μας όλα πέφτουν, όλα συνθλίβονται, μη σε νοιάζει.
μην τα κοιτάς.
μην τα αφήσεις να σε πονέσουν.
κι αν το ‘κανες, αν πόνεσες, αν έπεσες, αν πέθανες μαζί τους, μαζί θα αναστηθούμε.
μαζί πεθαίνουμε εμείς. δεν το βλέπεις?
μη μου χαμογελάς μόνο, θέλω να μου γελάς.
για να υπάρχω και να ζω, δε μου φτάνει η επιβίωση, όχι πια.
είμαι γυμνός. με βλέπεις στον κήπο. που φρόντισες εσύ να είναι όμορφος.
γιατί ξέρεις.
χα! ναι ναι ξέρεις.
μην το αρνείσαι.
και μην ξεχνάς, μην αλλάζεις χωρίς εμένα.
μην αναστένεσαι χωρίς να με πάρεις μαζί.
δε θέλω να θυμάμαι το γέλιο σου, θέλω να το βλέπω.
θέλω να το κοιτώ να αλλάζει, να ομορφαίνει, να ωριμάζει, να τρελαίνεται, να πονάει, να τραγουδάει, να ψιθυρίζει, να με παίρνει αγκαλιά.
είναι από τις μέρες που κοιτάω και δε βλέπω.
που αναπνέω αλλά δε ζω.
στείλε μου μια ηλιαχτίδα μόνο, να με πάει στο σύννεφο, και να με ρίξει στην αγκαλιά σου.
δε με νοιάζει τίποτα άλλο.
αρκεί να σ’ έχω αγκαλιά.
και να σου λέω και να μου λες, να μου γελάς και να σου γελάω, και όλα να είναι όμορφα!
όλα να χορεύουν.
να σπάνε και να χορεύουν.
η άγρια μου αγάπη.
πάμε στην έρημο?
πάμε στο βουνό?
πάμε μακριά?
πάμε?
το κάψαμε?
ήταν όλα ένα?
τι πραγματικά συνέβη?
γιατί έγιναν όλες αυτές οι εκρήξεις?
και εσύ γιατί δεν απαντάς?
οι αλλαγές, τα κύματα και η άμμος σου που παραμένει απίστευτη.
το ποίημα, το δώρο, τα ηλιοβασιλέματα.
οι χώρες, τα νησιά, οι βουτιές.
η ανεμελιά.
τα γέλια.
η ΘΑΛΑΣΣΑ.
πάντως εγώ ακόμα κοιτάζω το άπειρο με απορία.
και πάμε για χειμώνα.
για να δούμε.
μαζί θα κάψουμε αυτόν τον ήλιο.
πες το κι εσύ!
γιατί δεν το λες?
γιατί είσαι μακριά?
αλλά χαμογελάω.
πιο δυνατός από ποτέ, γελάω!
και δε θα πεθάνω. όχι φέτος.
χα!
το καλοκαίρι είναι δικό μου αυτή τη φορά ρε πούστη!
ναι ναι ναι!
αγαπώ.
ζω.
χαίρομαι.
αναπνέω.
υπάρχω.
ο ήλιος μύρισε μέχρι εδώ.
και μ’ αρέσει τόσο αυτό το άρωμα.
η ζεστασιά του.
ήρθε η ώρα να αγκαλιάσω τη θάλασσα.
…………και μη χανόμαστε.
είναι το βουνό.
είναι η φύση.
είναι η δροσιά που σε κάνει να αναπνέεις με άλλους ρυθμούς.
οι βόλτες που κάνουμε. οι πεζοπορίες. οι ανηφόρες. όσες φορές ερχόμαστε εδώ -γελάς?-.
σηκώνεις το κεφάλι, τα αστέρια είναι άπειρα από πάνω μας, και το φεγγάρι ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά όσο η νύχτα ενηλικιώνεται.
οι μουσικές πετούν ανάμεσα στα κλαδιά και εμείς χορεύουμε.
πάλι.
μέχρι το πρωί.
λουζόμαστε στις λίμνες, λικνιζόμαστε μες στα ποτάμια και επιβιώνουμε μέσα σε σπηλιές. ο Σούπερτραμπ χαμογελά στον φακό.
το φως διαπερνά την κάμερα μα και την μνήμη μου.
πάλι χάθηκα.
κάθε φορά.
μέσα στην άγρια φύση.
στην αγνότητα του είναι και στην αυθεντικότητα της στιγμής.
πάμε να φύγουμε.
ΤΩΡΑ.
τα κύματα σου με χαϊδεύουν, με νανουρίζουν.
οι παφλασμοί των σκέψεών σου είναι η ουτοπία της αυγής μου. -στο ηλιοβασίλεμα γεννήθηκαν και ταξίδεψαν σε άγνωστες αβύσσους-
τα κοχύλια πάντα θα μου δίνουν τη θάλασσα στα αυτιά μου, χωρίς τον καρχαρία που διψά για το αίμα του χορευτή της τελευταίας παράστασης των κύκνων.
ο ήλιος πετά από πάνω μας.
και μας δροσίζει με τη φωτιά του.
και χορεύουμε κι εμείς, σε μια τρελή αμμουδιά με τρελά παιδιά και τρελά όνειρα.
ποιος μπορεί να μας στερήσει αυτό το καλοκαίρι?
γελάμε.
παίζουμε.
ερωτευόμαστε.
και βουτάμε στα αλατισμένα νερά με κλειστά τα μάτια.
φιλιόμαστε.
υπάρχουμε σε ένα κενό που γεμίζει από στιγμές και ερημικές οάσεις συναισθημάτων.
υπάρχουν οι νότες – τις βλέπεις ή μόνο τις ακούς?-
υπάρχει το τέλος
υπάρχει η αρχή
και ναι, υπάρχεις εσύ.
πουθενά, κάπου, παντού.
μην αργείς.
το καλοκαίρι μας είναι εδώ.
το καίμε μαζί?
όλα γίνονται ένα, όλα γίνονται τώρα, όλα είναι γιορτή, όπως και τα μάτια σου που είναι σαν άβυσσος και πέφτω πέφτω πέφτω μέσα τους τραγουδώντας, χωρίς ποτέ να φτάνω στον πυθμένα και πέφτω πέφτω πέφτω, καίγομαι, υπάρχω, ζω και σ αγαπώ.
η απουσία σου πονά όλο και πιο πολύ.
λιγοστεύει ο χρόνος μακριά σου, μα μοιάζει όλο και μεγαλύτερος.
το σφύριγμα σου πάνω από την ακουστική μου κιθάρα, το γέλιο σου, και τα σύννεφα που τα βλέπουμε μαζί πια.
φτάνουν τα ουρλιαχτά μου μέχρι τα λιβάδια σου?
ξέρω ότι μ’ ακούς.
έρχεται ο παλιός γνώριμος με το τρένο.
στα παλιά λημέρια.
ώρα για λίγο παραπάνω φως.
και παραπάνω σιωπή.
είναι δύσκολο να νικήσεις όταν υπάρχουν τόσα να χάσεις.
αλλά υπάρχει κι αυτό. όταν η νύχτα τσακώνεται με την ημέρα τότε συμβαίνουν τα παρακάτω.
το μεγαλύτερο λάθος.
πότε έγινε και από ποιον?
ποιον έκανε να κλάψει?
ζήτησε ποτέ συγχώρεση?
πήρε άφεση αμαρτιών?
τα δάκρυα κύλησαν?
το αμάξι τράκαρε?
πέθανε κανείς?
μια εισαγωγή.
έρχεται ο καιρός.
επιτέλους θα δούμε τα πρώτα ηλιοβασιλέματα.
η αναμονή πρέπει να τελειώσει.
ήρθαμε σε ένα ξύλινο σπίτι και το κάψαμε με νότες.
πόσοι ήρθαν, έφυγαν, και έμειναν όλα τα τραγούδια για να μας θυμίζουν αυτές τις σταγόνες στιγμών. δίψασες?
η πηγή ευτυχώς αναβλύζει ακόμα.
όσο η καρδιά μου χτυπά και κάνει αντίλαλο με τη δική σου.
ποιος χειμώνας είναι αυτός?
χα, σίγουρα όχι ο πρώτος.
πάντως επιτέλους έγινε όμορφος.
Όσο και αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα, όσο και αν είναι πλήρης η σιγή (η σφύζουσα εν τούτοις) και το μηδέν αν διαγράφεται στρογγύλον, ως άφωνον στόμα ανοικτόν, πάντα, μα πάντα, η σιγή και τα ανεκτέλεστα όλα, θα περιέχουν έν μέγα μυστήριον γιομάτο, ένα μυστήριον υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως απουσίαν, έν μέγα μυστήριον (ως το μυστήριον της ζωής εν τάφω) – το φανερόν, το τηλαυγές, το πλήρες μυστήριον της υπάρξεως της ζωής, Άλφα-Ωμέγα.
ποιος τα διαβάζει τώρα όλα αυτά? who reads all this now?
μιλάω μόνος μου ή με ακούει κανείς? do i speak by myself or anyone hear me?
ποιος καταλαβαίνει αυτά που γράφω? who understands the things i am writing here?
δεν ακούω. i don’t hear.
δεν βλέπω. i don’t see.
οι λέξεις σας, οι ξένες λέξεις, είναι τόσο φτωχές που σας λυπάμαι. your words, your foreign words are so poor that i am sorry for you.
this is all greek to you.
but to me this is something you cannot understand. you shall never understand.
το παρελθόν σκίζει τον αέρα.
χτες πέρασα από τα παλιά λημέρια.
τίποτα.
απολύτως τίποτα.
αναμνήσεις και φιλιά που βυθίζονται στην κινούμενη άμμο.
η διαδρομή από τον σταθμό μέχρι το σπίτι.
ποιος ήμουν τότε?
ποιος τώρα?
ήμουν ποτέ ο εαυτός μου?
πάντα και ποτέ.
πάντως τώρα νιώθω πιο ζωντανός από ποτέ.
χα.
ω ναι, μάλλον βρήκα την νεράιδά μου.
μάτια, μπάλες απορίας, με κοιτούν.
αποζητούν κάτι.
είναι γυναικεία μάτια. ποτέ δεν ξέρεις τι θέλουν.
χαμόγελα και ψίθυροι αγάπης σχίζουν τον ήσυχο και ανυπεράσπιστο αέρα.
καρφώνουν το βλέμμα τους πάνω μου και με σταυρώνουν.
αντικατοπτρίζουν τα δικά μου μάτια.
πράσινοι κήποι και γαλάζιοι καταρράκτες.
φλαμίνγκο πετούν τριγύρω.
νερό, ποθητό κι αμαρτωλό, μας λούζει.
θέλω να σε γνωρίσω.
μια σου λέξη λυτρώνει και αποδεσμεύει.
αμβροσία και νέκταρ.
με πότισες και με μέθυσες.
πρέπει να ξέρεις το μυστικό.
η αγάπη μας περικλείεται σε σταγόνες κρασιού.
η ψυχή μου το ‘σκασε.
κόρες και αγόρια χορεύουν στη φωτιά.
μάτια που παίζουν, αποζητούν φιλί.
δροσιά.
καλοκαιρινή θάλασσα.
ο ήλιος παρελαύνει στην καρδιά μου.
η άγρια αγάπη μου επιτέλους ήρθε.
καθρέφτης με κοιτά.
αναρωτιέται αν πρέπει να με αντικατοπτρίσει.
θέλει να δει, αλλά αν κοιτάξει, θα πεθάνει από δάκρυα.
βλέπει αντικατοπτρίζοντας.
τελικά επέλεξε να αντικατοπτρίσει ένα σύννεφο.
ποιος έφτιαξε τον μαγικό καθρέφτη που αρνείτε να με αντικατοπτρίσει?
τελικά επέλεξε να δει ένα σύννεφο.
τον έσπασα.
τα κομμάτια του με κατασπάραξαν.
θρυμματίστηκα.
φωτίζεις το σκοτάδι. και βλέπω.
φωτίζεις στο σκοτάδι. και σε βλέπω.
ενωνόμαστε.
δυο ψυχές, δυο σώματα που πετούν πάνω από την πόλη.
και φεύγουν μακριά.
οι νότες μας δίνουν συντροφιά.
μας ζεσταίνουν πάνω στα σεντόνια που καίγονται.
μαζί θα διώξουμε τον πόνο.
την αμφιβολία.
την πτώση.
την ασχήμια.
το τέλος.
άπλωσε το χέρι σου και πάμε.
τίποτα δεν μας κρατά πια στο έδαφος.
επιπλέουμε σαν σύννεφα στο ουρανό.
στον ορίζοντα μας.
στο κενό τραγουδάς και σε ακούω.
μόνο εγώ.
πετάμε?
πώς με έκανες να βγάλω φτερά?
πότε ήρθες?
σε είδα καθώς κατέβαινα από το μπλε λεωφορείο. και με αγκάλιασες.
οι πλανήτες έγιναν χρώματα.
οι αστεροειδές γίνανε τα οχήματα μας.
το σύμπαν δεν μας χωράει πια.
το χάος μπαίνει σε τάξη και η αταξία μπορεί πια να ξεκουραστεί.
μη φοβάσαι.
μην σκέφτεσαι.
μην.
απλά…
αναπνοές.
βγαίνουμε από τη ροή της λάβας και χορεύουμε.
καιγόμαστε σαν ηφαίστειο που είχε χρόνια να εκραγεί και ουρλιάζουμε δυνατά.
είσαι εκεί [ήσουν και πριν, παραδέξου το], είσαι και με κοιτάς.
χαμογελάς.
ωωω, κι αυτές οι νότες..
δεν παύουν να μου δίνουν ευτυχία.
στα μάτια σου.
στο φως.
στο σήμερα.
στο αύριο.
στο όλο.
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.
Τώρα μη. Μη με σταματάς.
Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού.
Ονειρεύομαι ελευθερία.
Μέσα απ’ του καθένα
την πανέμορφη ιδιαιτερότητα
ν’ αποκαταστήσουμε
του Σύμπαντος την Αρμονία.
Ας παίξουμε. Η γνώση είναι χαρά.
Δεν είναι επιστράτευση απ’ τα σχολεία
Ονειρεύομαι γιατί αγαπώ.
Μεγάλα όνειρα στον ουρανό.
Εργάτες με δικά τους εργοστάσια
συμβάλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία.
Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες»
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη»
Τα σύνορα τους στρατούς
Όλα η ιδιοχτησία.
Βία γεννάει η Βία.
Μη ρωτάς. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν’ αποκαταστήσουμε
του ηθικού δικαίου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή.
Και τη Ζωή πράξη.
Είναι ένα όνειρο που μπορώ μπορώ μπορώ
Σ’ ΑΓΑΠΩ
και δεν με σταματάς δεν ονειρεύομαι. Ζω.
Απλώνω τα χέρια
στον Ερωτά στην αλληλεγγύη
στην Ελευθερία.
Όσες φορές χρειαστεί κι απ’ την αρχή.
Υπερασπίζομαι την ΑΝΑΡΧΙΑ.