Ετικέτες

, , , , , , , , , , , ,

Το αριστούργημα του Σαββόπουλου , Αχαρνής.
Λίγα λόγια για το έργο, εδώ.

ΑΧΑΡΝΗΣ
Ο Αριστοφάνης που γύρισε απ’ τα θυμαράκια

Τον έκτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου ο αθηναίος πολίτης Δικαιόπολης συνάπτει χωριστή συνθήκη ειρήνης με τους Σπαρτιάτες. Για τον εαυτό του και την οικογένειά του αποκλειστικά. Ομάδες καρβουνιάρηδων από το Μενίδι ξεκινούν να τον λιντσάρουν ως προδότη. Αλλά ο Δικαιόπολης ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Διονύσια. Και το εννοεί. Μαγειρεύει!

Εδώ φίλε θεατή αρχίζει και η δουλειά του μουσικού που, έχοντας ανάλογες ελπίδες, βάζει τα όργανα.

ΚΙΝΗΣΗΣ 1η
Έρχονται οι Αχαρνής με κοτρόνες στα χέρια για το λιθοβολισμό του Δικαιόπολη. Δηλαδή; Η γιορτή θ’ αρχίσει με λιθοβολισμούς;
Ουδεμία έκπληξη. Η επίθεση των καρβουνιάρηδων είναι απολύτως μέσα στο πρόγραμμα του εορτασμού. Όλ’ αυτά είναι ρόλοι που έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί χιλιάδες φορές. Βάλτε σε λειτουργία το παιχνίδι έχοντας μάθει απ’ έξω αυτά τα μέρη της παλιάς, χαμένης γιορτής που έφτασε ως εμάς για να ξανακερδηθεί. Ας έρθει λοιπόν ο γέρικος, κωμικός, γενναίος, συγχυσμένος και ποδοσφαιρικός και ηρωικός χορός στη σκηνή, γιορταστικά, με ήχους από κουδουνάκια και σήμαντρα σαν αμαξάκι που έρχεται, σαν εσπερινός ή καλύτερα σα συσσίτιο. Δηλαδή, θα φάμε και θα πιούμε, και νηστικοί θα κοιμηθούμε.

Εδώ όσοι γουστάρετε
κυνήγι μες το πλήθος
θα ‘ναι καλό το θήραμα
για όλη την πολιτεία
Χίλιοι από σας
ποιοι τον είδανε
και ξέρουνε τη γη που κρύβει
αυτό τον ειρηνάκια
Φανερώστε τον εμπρός
ΦΑΝΕΡΩΣΤΕ
Αχ συμφορά μου μας ξέφυγε
ΤΟΝ ΤΙΠΟΤΕΝΙΟ
Ανάθεμα στα γηρατειά
Ήμουνα νιος ένα τσουβάλι δηλαδή
με κάρβουνα στη ράχη
και δώσ’ του έτρεχα πίσω απ’ τον
(Γιούτσο ή τον Φαιλο) ;;;;; ;
Δε θα τον άφηνα λοιπόν
τον ειρηναίο το σκύλο
ας ήταν και του άνεμου
την αλαφράδα να ‘χει

Ξέφυγε γιατί σκούριασαν τα κόκαλά μου όλα
γιατί τα σκέλια βάρυναν του γέρου (Λακρατρίχου);;;;;;;
ωστόσο εμπρός να μη θαρρεί πως ήτανε παιχνίδι
έστω και μ’ Αχαρνιώτες γέρους τούτη η ανηφόρα
Δία πατέρα, Θεοί!
Δία πατέρα, Θεοί!
Τούτος ο άνθρωπος με τους εχθρούς έκλεισε ειρήνη
με μισημένους εχθρούς που τα χωράφια μου ρημάξαν
Το μίσος μου φαρμάκι βαθιά στη ρίζα τους θα μπει
για να τους ξεπατούσει και να τους ξεπατούσει
τ’ αμπέλια μου να μην ξαναπατήσουν
Δία πατέρα, Θεοί!
Δία πατέρα, Θεοί!
Να βρεθεί!
Μαζέψτε πέτρες τον άνθρωπο ζητάω
φέρτε γύρω όλους τους στόχους
ώσπου να φανερωθεί
και τότε δε θα κουραστώ
να τον πετροβολάω
Ευθυμείτε!…

Σκύψτε… τα σα εκ των σων… αυτός είναι ο δικός μας φαίνεται. Έρχεται ταμάμ για θυσία.

ΗΣΥΧΙΑ ΑΧΑΡΝΗΣ, Ο ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Το πανεράκι κράτα θυγατέρα
χαρούμενα σα να ‘χες καταπιεί φλογέρα
Όμορφα γελάς
Η ΤΥΧΗ ΣΟΥ Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙ
Ο νιος που θα σε πάρει
ΘΑ ΣΕ ΞΕΣΚΙΣΕΙ
Για να γεννήσεις κόρες αγαθίτσες
πρωί πρωί ν’ αφήνουνε πορδίτσες
μικρές κι απανωτές
ΣΑ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΣΟΥ
έλα Δίκαιε είσαι
ΣΤΙΣ ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΣΟΥ
Βάλε τα χρυσαφικά σου κι έλα μες τον κόσμο
μόνο μη σου τα ζαφρίσει αχ κάνας αλήτης

Εσύ κράτα σηκωμένο το φαλλό πίσω απ’ το κορίτσι. Εγώ τώρα θα πω το τραγούδι το καλό, κι εσύ γυναίκα ανέβα στα κεραμίδια να με βλέπεις.

Θεούλη του φαλλού, μωράκι
του Διόνυσου συνταξιδιώτη
στο κωμικό μας καραβάκι
Δε σ’ έχω ιδεί πέντε χρονάκια
κλέφτη του έρωτα που ανθίζεις
μέσα στης νύχτας τα χαντάκια
Τώρα το χώμα που πατάω
έκλεισα ειρήνη μοναχός
και ταπεινά σε χαιρετάω
Δε θέλω μάχες και το δρόμο πήρα
τη δούλα του Στιμόδωρου να πιάσω
την ώρα που σκυμμένη κλέβει ξύλα
Στην αγκαλιά μου σηκωμένη
την κλεφταρού θα τη φιλήσω
θεούλη μου φτωχέ και πένη
Κερνάω ειρήνη σ’ ένα φλιτζανάκι
έλα και συ να πιεις που σε πονάει
η ασπίδα μου θα κρέμεται στο τζάκι

ΑΧΑΡΝΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Να τα μας, να τα μας, νάτος
δος του και δος του και δος του
να του βρομιάρη, να του ψωριάρη
;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;
Τον λιθοβολούνε. Ο Δικαιόπολης τρυπώνει πίσω από κάτι κατσαρόλες. Ωχ, ωχ, σιγά βρε ευλογημένοι, ακούστε με πρώτα!
Που ν’ ακούσουν αυτοί! Είδε κι απόειδε, παίρνει το τραπέζι του χασάπη και βάζει απάνω το κεφάλι του.

Να τα μας, να τα μας, νάτος
δος του και δος του και δος του
να του βρομιάρη, να του ψωριάρη
;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

Να η γκλάβα μου στον τάκο. Κι αν το δίκιο μου δε βρω, κι αν δεν πείσω το σινάφι, κόφτε τον μου το λαιμό.

Τι τις έχουμε τις πέτρες
πολιτεία κακομοίρα
δεν τον αιματοκυλάμε
να φορέσει την πορφύρα;

Όσο ακούν τ’ αναμμένα κάρβουνα, άλλο τόσο και οι καρβουνιάρηδες. Βάζει τότε και ο Διακαιόπολης άλλο σχέδιο. Αρπάζει ένα τσουβάλι καρβουνόσκονη και μια μαχαίρα, βαράτε, λέει, και γω τούτο σας το ξεκοιλιάζω ευθύς.

Όχι, α όχι!
δικό μας είναι το τσουβάλι αυτό
Μη το σφάξεις, μη το σφάξεις, μη το σφάξεις
χάρισε ζωή

Γιατί νόμιζαν πως μέσ’ το τσουβάλι την καρβουνόσκονη ήταν κάποιος πολύτιμος συγγενής τους. Καταλάβατε; Τόση ώρα έβαζε το κεφάλι του στον τορβά, ο άνθρωπος; Κι αυτοί ντιπ! Και μόνο όταν κινδύνεψε ένα τσουβάλι καρβουνόσκονη υπεχώρησαν οι καρβουνιαραίοι. Κι έγινε κάποια ανακωχή να μιλήσει ο Δικαιόπολης αλλά όσην ώρα κρατάει η απολογία του να χει το κεφάλι του απάνω στον πάγκο του χασάπη. Άμα δεν τους πείσει…

ΚΑΛΟ ΣΥΝΕΧΙΣΕ! ΑΓΩΝΑΣ
Τώρα, σιγά λέει, πριν αρχίσω την απολογία μου επειδή σας ξέρω τι μελό είστε, να πάω να φορέσω τίποτε κουρελούδες, τίποτε μασκαρέματα λυπητερά να ντυθώ, σαν αυτά που φορούν οι αγαπημένοι σας θεατρίνοι, να σας συγκινούν κομμάτι.

Ωραίες τζιριτζάζουλες κάνεις προτού παραδοθείς
την καμπούρα, τα κουρέλια και του χάρου τη μουτσούνα
κι ό,τι γουστάρεις μα μην αργοπορείς

Ο ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ
Συγχωρείστε με τον αθηναίο που θα παρουσιαστώ μπροστά σας ντυμένος ζητιάνος αλλά και η κωμωδία κάτι ξέρει από δικαιοσύνη.
Κωμωδία ή δράμα, η σκηνή αυτή έχει ψωμί!

Ευριπιδάκι, κουρέλι, κουρελάκι
στα γόνατά σου πέφτω να ζητήσω
απ’ το παλιό σου δράμα ένα κουρελάκι
για να μιλήσω

-Ευριπίδη; Μέσα είσαι;
-Όχι έξω
-Μ΄ αφού ακούω
-Το κεφάλι μου είναι έξω και μαζεύει στιχάκια. Κι ο ίδιος μέσα γράφοντας με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω
-Ευριπίδη, σε παρακαλώ, άνοιξέ μου, αν άνοιξες ποτέ σου σε άνθρωπο
-Δεν ευκαιρώ
-Ε… έβγα με την περιστρεφόμενη σκηνή
-Α! τότε… εντάξει

Ευριπιδάκι, κουρέλι, κουρελάκι
στα γόνατά σου πέφτω να ζητήσω
απ’ το παλιό σου δράμα ένα κουρελάκι
για να μιλήσω

Δώσε μου τίποτε κουρέλια να ντυθώ, από τα κρεμαστάρια, τα σφαχτάρια τα ρούχα σου και κείνη την τραγική μελωδία με το σουγιά στο κόκαλο και το λουρί στο σβέρκο. Και για μπαστούνι, μια δαργαλυγαριά, μια ρίζα δενδρολίβανο.

Μιλώ σα δικηγόρος του εχθρού μας
χαρίζοντας το σβέρκο μου στην πόλη
κι αν δεν αρέσω του χορού μας
κλάφτε με όλοι

Μια ρίζα δενδρολίβανο και κανένα καπνισμένο τσουκάλι να σε χαίρεται η μανούλα σου που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια.

Ευριπιδάκι, κουρέλι, κουρελάκι
η ζητιανιά ας είναι το εφέ μου
της εξορίας το σκουφίσιο κεφαλάκι
ακούμπησέ μου
ΤΟ ΧΡΕΟΣ
Οι θεατές μας να ξέρουν την αλήθεια
μα ο χορός σα χαζός να μας κοιτάει
καθώς θα λέμε τα χοντρά μας παραμύθια
να μη μας φάει

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗ. ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ. ΥΠΟΤΙΜΑΕΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ ΠΟΡΝΕΣ.
ΣΟΒΑΡΟΛΟΓΕΙ;
Ο Δικαιόπολης μιλάει έτσι επειδή είναι ντυμένος τον Καραγκιόζη μπερντέ, τα κουρέλια που γύρευε. Και συγκινείται ο χορός. Γιατί είναι ο δικός τους ο μπερντές που κρατάει ακόμα τη λίγη λάμψη απ’ την παλιά, μεγάλη και επιβλητική ζωγραφιά. Μην έχουμε λοιπόν καμιά παρεξήγηση. Ο Δικαιόπολης δεν είναι αντιπολεμική καρικατούρα και ειρήνη και αφοπλισμός και τέτοια.
Αλλά τότε τι είναι ο Δικαιόπολης;
Σε τι θεό πιστεύει τέλος πάντων αυτός ο άνθρωπος και κάνει το κορόιδο… μαύρη κοροϊδία δηλαδή με το κεφάλι πάνω στον πάγκο του χασάπη.
Ναι, σε τι πιστεύει;

ΔΕΝ ΞΕΡΩ.

Εδώ ο μουσικός σηκώνει τα χέρια. Το μόνο που θέλει ο μουσικός είναι το έργο. Συγχωρείστε τον για την αδυναμία του.
Αλλά τότε ας μας πει ο ίδιος ο Δικαιόπολης. Αλλά δε μας ακούει. Ετοιμάζεται για την γιορτή. Εκεί όπου οι άνθρωποι δεν καθορίζονται απ’ τα συμφέροντα, δηλαδή απ’ την ανάγκη. Και καταφτάνουν γενναιόδωροι και ξεχειλίζουν τα κρασιά, κι αρχίζει το έργο. Βαράτε τα όργανα! Βάλτε φωτιά στα τόπια! Ο Δικαιόπολης μαγειρεύει. Παίρνει το ματωμένο κρέας και το κάνει τροφή για τη γιορτή. Αυθεντικός, σαν έργο του δημιουργού του, να μην τον φθείρει η ιστορία. Ηθοποιός, να μην τον παρασύρει το κοινό και οι αντζέντηδες. Και είρωνας, είρωνας, με το ματάκι παιχνιδιάρικο και με το κεφάλακι πάνω στον πάγκο του χασάπη.
Έξω απ’ αυτή τη διαδικασία προς τον εορτασμό, όλα γίνονται για λόγους ανύπαρκτους. Καλά λέει ο Δικαιόπολης για τρεις πουτάνες.

Βρε τσόγλανε! τα θέλεις και τα λες ή σου ξεφεύγουν; και δεν κοιτάς τα χάλια σου μόνο μας κοροϊδεύεις;

Κι όμως όσα είπε ήταν η αλήθεια
ούτ’ ένα ψέμα δε μας είπε το παιδί
κι όποιος τολμήσει θα μείνει τιμωρία
κι απ’ την ορχήστρα τούτη σώος δε θα βγει

Λαϊκή επιταγή ακούω τώρα
και πρέπει να κατέβω
για να πάω να κάνω φασαρία
τη γοργόνα ποιος την ξύπνησε
απ’ την ασπίδα

Ο στρατηγός Λάμαχος. Μπλα, μπλα, μπλα δημοκρατία, μπλα, μπλα, μπλα, με εκλέξανε. Όμως ο χορός έχει πια, δηλαδή, εντελώς μεταστραφεί υπέρ του Δικαιόπολη και ο Λάμαχος προκειμένου να εξευτελιστεί εντελώς, αποχωρεί ψωροπερήφανα μ’ ένα ταρατατζούμ ενώ ο Δικαιόπολης πάει παραδίπλα και ανοίγει το μαγαζί των ονείρων του. Εδώδιμα αποικιακά! Μπακάλικο!

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ. ΣΤΕΙΛΕ ΤΟΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΣΤΟ ΠΟΔΙ ΣΟΥ
Σε γιορτινό αγώνισμα παίζατε τις αμάδες
και δεν καταδεχόσασταν το κωμικό παιδί
Μα τώρα στον αγώνα νικούνε οι καρβουνάδες
που έχουν στη μεριά τους τον ίδιο τον ποιητή
Ζει τα ωραία πράματα μ’ αίμα και με θυσίες
προς το συμφέρον όλων σας και το κοινό καλό
Δε θα σας πει παινέματα, δεν ξέρει κολακείες
και για την ευτυχία σας πληρώνει τον καιρό
Μούσα καρβουναρού
θράκα μου πυρωμένη
στη φίτσα φουντωμένη
μ’ αναπνοές τρελού
Βαρδάρη που μιλάς
σα ψάρι φαγωμένο
αχ, πολλαπλασιασμένο
και σαν καρδερίνα
Έλα την Κυριακή
με το βαρύ σου τέμπο
κι οι δυο Σοφία Βέμπο
ακούγατε εκεί

Ποιος μας γηροκομεί τη σήμερον ημέρα
ψηστιέρα καρβουνιέρα, μούσα Δεκεμβριανή
Πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία
και με τυφλή μανία ξέσκιζα τον εχθρό
Τώρα με χειρουργεί η αλλήθωρη νεολαία
μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική

Οι γέροι χωριστά
οι νέοι άλλο πράμα
όποιος τους θέλει αντάμα
πληρώνει ακριβά
Πρόστιμο μια ζωή
στην κλεψύδρα και στα εφετεία
είναι μια κοροϊδία
σειρά του δικαστή

ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΟΛΟΙ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΕΧΘΡΟΙ ΘΕΛΟΥΝΕ ΝΑ ‘ΧΟΥΝ ΠΑΡΕ ΔΩΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗ
Δώστου και οι καρβουνιάρηδες!

-Εγώ ξανά τον πόλεμο στο σπίτι μου δε βάζω
μεθύσι κάνει άσχημο και φτύνει και ξερνάει
-Πίνει όλο το κρασί μου
έξω απ’ τη μικρή αυλή μου
-Γλυκιά μου συμφιλίωση με το γλυκό πιγούνι
ας ήταν να μας έδενε ένας μικρούλης έρως
σαν κι αυτόν μες τα καδράκια
με λουλούδια και πουλάκια
-Τι κι αν γέρασα και γέρνω
τρεις φορές τα καταφέρνω
πρώτα σου φυτεύω αράδα
μια χοντρή καταβολάδα
ΚΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΦΥΤΕΥΟΥΜΕ
ΒΑΡΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΣΥΚΑ
ΓΥΡΩ ΤΡΙΓΥΡΩ ΛΙΟΔΕΝΤΡΑ
ΜΗ ΛΕΙΨΕΙ ΤΟ ΛΑΔΑΚΙ
να γλιστράμε όλο χάρη
όταν μπαίνει νιο φεγγάρι

Ευτυχισμένος άνθρωπος κι ωραία η εκλογή του
ευτυχισμένος άνθρωπος κι ωραία η εκλογή του
Στην αγορά ξανοίγεται κι όλα κυκλοφορούνε
στην αγορά ξανοίγεται κι όλα κυκλοφορούνε
και γυρίζουν γύρω γύρω ψησταριές μ’ ωραίο γύρο
ψάρια πάνω στις φλογίτσες, αθερίνη, μαριδίτσες
Τι νελλά!
Χαφιέδες και πρεζάκηδες και ταξικά κωθώνια
χαφιέδες και πρεζάκηδες και ταξικά κωθώνια
Δε θα σε αλαφιάζουνε με τις πολιτικές τους
δε θα σε αλαφιάζουνε με τις πολιτικές τους
ρούχα καθαρά θα βάλει και θα τρώει το πορτοκάλι
το τραγούδι θα γυρίσει και η λάσπη θα μιλήσει
Τι νελλά!

ΚΗΡΥΚΕΣ ΚΑΛΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΑΝΥΓΗΡΙΣΤΕΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ
ΚΗΡΥΚΕΣ ΣΤΕΛΝΟΥΝ ΤΟ ΛΑΜΑΧΟ ΜΑΚΡΙΑ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗ ΣΤΟ ΙΕΡΟ
Η σάλπιγγα, η σάλπιγγα το χρόνο θα κρατήσει
κι όποιος αδειάσει το κρασί και πρώτος το πατώσει
γεμάτο της παράδοσης τ’ ασκί θα ‘χει κερδίσει

Ακούσατε τον κήρυκα, τι κάθεστε; κοιμάστε; Γυρνάτε τις σούβλες, σκαλίστε τη φωτιά από κάτω, φέρτε μου τις τροφές και τα ποτά.

Εμπρός ανάψτε τη φωτιά έχουμε ραμπαισει
Εμπρός ανάψτε τη φωτιά έχουμε ραμπαισει
γιορτάζουνε τα χώματα φεγγοβολάει το χιόνι
γιορτάζουνε τα χώματα φεγγοβολάει το χιόνι
έχουμε κρασί καινούριο και γιουβέτσι μες το φούρνο
ξεχασμένα τραγουδάκια και φρεσκότατα ψωμάκια
Τι νελλά!
Αυτόν που υψώνει τη γιορτή και την ξανακερδίζει
Αυτόν που υψώνει τη γιορτή και την ξανακερδίζει
τον πήρα για εξτρεμιστή τώρα τον χαιρετάω
τον πήρα για εξτρεμιστή τώρα τον χαιρετάω
μάγερά μου κι εργοδότη, συνεταίρε και συμπότη
σήκωσε το γιοματάρι για ν’ ανθίσει το κουφάρι
Τι νελλά!

Λάμαχε!
Οι στρατηγοί σε θέλουνε βρεγμένο, χιονισμένο
στα όρη στ’ άγρια βουνά, στις φοβερές κλεισούρες
πάρε και την παράγκα σου, σύρε να τα φυλάξεις
τώρα που έχουμε γιορτή, που έχουμε Διονύσια
Σκάσε!
μήπως κρυφά περάσουνε εχθροί, κλεφτοκοτάδες.
Δικαιόπολη!
Ο λειτουργός του Διόνυσου σε θέλει στολισμένο
στο δείπνο και στο γιορτασμό και γρήγορα να κάνεις
πάρε το καλαθάκι σου, πάρε και το κανάτι
έχουμε βασιλόπιτα και γιορτινό τραπέζι
έχουμε Αθηναίισσες, τρελές χορευταρούδες
σα τις παλιές; αγάπες μας που έψελνε ο Τσιτσάνης

-Εσύ, φέρε τις αλλαξιές της εκστρατείας!
-Κι εσύ, την αλλαγή της ιστορίας
-Έλα και τύλιξε τ’ ατομικά μου είδη
-Έχω γιουβέτσια ατομικά, κάνε παιχνίδι
-Δειλέ, σταμάτα να ειρωνεύεσαι τον κλάδο μου
-Λιγούρη, σταμάτα να ματιάζεις το στιφάδο μου
-Έτσι
-Κοκορέτσι
-Φορώ τα εξαρτήματα, την πανοπλία
-Κρατώ το τρύπιο κύπελλο, την ουτοπία
-Μ’ αυτήν περνώ το αιμάτινο ποτάμι των εχθρών που πέφτουν σκοτωμένοι
-Κι αυτό είναι το σκαρί μου ως τη μεγάλη τράπεζα τη φωταγωγημένη
-Σήκωσε την ασπίδα για ομπρέλα. Αποχωρούμε. Αχ, χιονίζει, χειμέρια τα πράγματα.
-Σήκωσε το μεγάλο δείπνο ν’ ανοιχτούμε. Ναι, χιονίζει, αρχίζουνε τα θαύματα.

Πάντα μπρος, πάντα μπρος ταξιδιώτες
το θεόρατο σκάφος προχωρεί
από δω στην κλεισούρα, στους πάγους
κι από κει σε εκκλησία ανοιχτή
Πάντα μπρος τα πληρώματα σπρώχνουν
σ’ ένα ναύλο με δρομολόγιο τυφλό
μες την ορχήστρα μονάχος
την ιστορία θα την κοιτώ

Μια φορά κι έναν καιρό
δυο ναυτικοί πήραν βάρκες και τρόφιμα
ο ένας τσακίζεται
και σπάει τα πλευρά
ο άλλος νικάει
μα η καρδούλα του σπάει
για όσα πληρώνει κρυφά

Ο ΛΑΜΑΧΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ. ΤΟΝ ΦΕΡΝΟΥΝ ΣΗΚΩΤΟ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΝΑ ΤΟΝΕ ΙΔΕΙ Ο ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ ΝΑ ΘΡΙΑΜΒΟΛΟΓΗΣΕΙ Μ’ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΔΙΚΙΟ
Γιατί την ώρα που ο Λάμαχος ήτανε στο λάκκο, ο Δικαιόπολης ήτανε στη γιορτή. Εκεί όπου όλοι σηκώνουν τα κρασιά και πίνουν μονορούφι ποιος θα ‘ρθει πρώτος.
Ο Δικαιόπολης ήρθε πρώτος! Κενό, κενό! το κέρδισα! λέει, δείχνοντας το κανάτι. Κι όλοι ζητωκραυγάζουν: Τι μελά Καλλίνικος! Που μπορεί και να σημαίνει: πέστο Χρυσόστομε.
Νάτος, έρχεται για την αποθέωση με δυο κορτσούδια αγκαλιά. Και όλα τελειώνουν σα γάμος.
Λοιπόν, όλα ξεκίνησαν με μια σκληρότατη αντίθεση όπου το κεφάλι του Νυμφίου παίχτηκε σε επίπεδο κρεοπωλείου.
Και όλα ας τελειώσουν τώρα με μια πλούσια σύνθεση που θα ξεχειλίσει τώρα απ’ όλες τις μπάντες. «Τι μελά Καλλίνικος!», η διαλεκτική του Αριστοφάνη. Φίλε θεατή, να το πάρεις το κορίτσι. Κι αν δεν ξέρεις το χορό του Ησαΐα, μη φοβάσαι, θα στον μάθει ο παπάς. Κάτω οι διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας. Φίλε θεατή, ΕΞΟΔΟΣ.

-Οχου, οχου του αναδόχου
τι βυζάκια σα μωρά
κοριτσάκια μου εκκλησάκια
με πορτόφυλλα χρυσά
ανοιχτείτε γιατί πήρα φόρα
είμαι ο νικητής στην κρασοχώρα
-Οχου, οχου, οχου μ’ ακούμπησε του χάρου το ψαλίδι
-Οχου Λάμαχε-Λαμαρχίδι
-Ω πενθώ την ιστορία
-Αυξαίνω και πληθαίνω με τη συνουσία
-Έχω τραύματα που χαίνουν
και κατάγματα διπλά
-Έχω θαύματα που βγαίνουν
κι όποια θέλει τα φιλά
-Κι έτσι έφτασε το τέλος
που το πλήρωσα ακριβά
-Πλήρωσα κι εγώ ο έρμος
στη γιορτή και στη χαρά
-Μοίρα κακή κι ατέλειωτη
με παρασέρνεις σα γκρεμός
-Σκύψε λοιπόν και πέσε μοναχός
-Ω, σύντροφοι πιστοί, πιάστε μου το πόδι μου
δεν μπορώ
-Ωχ, μανούλα μου, πιάστο μου πριν φτάσει
ως τον ουρανό
-Το κεφάλι μου σαλεύει
-Η μύτη μου μεγάλωσε και περισσεύει
-Πάμε στους ιατρούς
στη φρίκη των χεριών τους να δοθώ
-Πάμε στον ποιητή
για τον χαιρετισμό
-Γλιστρώ μες τη θύελλα
-Κενό! κενό! το κέρδισα το κέρδισα
τήνελλα
-Πρωταγωνιστή το
;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;κξξ
-Το ‘χω αδειάσει μπαμ και κάτω
και τον πάτο πάτησα
-Το κενό το φιλημένο
το υψώνεις και πετά
-Πιάστε το αρχαίο ύμνο
τήνελλα Καλλίνικος

τήνελλα Καλλίνικος
ο Αριστοφάνης παλαμάκια
γύρισε από τα θυμαράκια
Τι νελλά Καλλίνικος
ο Αριστοφάνης παλαμάκια
γύρισε από τα θυμαράκια
Το κενό το γιοματάρι
να δοθεί στον ποιητή
που απ’ τη δική του χάρη
ξεκινάει η πομπή
Είναι χάρη που μας φέρνει
σκάει κι απογειώνεται
βρίσκει την καινούρια βία
και ξανασαρκώνεται

empeirikos_fallos

About these ads